ΟΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΜΑΣ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ (ΤΑ ΔΥΟ ΡΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ )

ΜΕΡΟΣ Ι.
ΟΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΜΑΣ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ

 

ΤΑ ΔΥΟ ΡΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ 

Θα ξεκινήσουμε τη μελέτη μας με μια διευκρίνηση σχετικά με τους όρους “Έλληνας” και “Ρωμηός”, κάτω από τους οποίους υπολανθάνει μια τεράστια διαμάχη. Οι Έλληνες του 1994 μένουν ίσως έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν ότι μέχρι τις αρχές του αιώνα μας δόθηκε σκληρή ιδεολογική πάλη ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο λέξεις για την εθνική μας ονομασία. Η πάλη αυτή αντανακλούσε τη γενικότερη σύγκρουση δύο κυρίαρχων ιδεολογικών τάσεων στο χώρο μας, που άρχισε από τον 18ο αιώνα (αν και οι ρίζες της μπορούν να αναχθούν αρκετούς αιώνες πριν).

Από την εποχή του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και μετά δημιουργήθηκαν δύο ρεύματα ανάμεσα στους Έλληνες διανοούμενους. Το πρώτο προσπάθησε να μεταδώσει τις αξίες του ευρωπαϊκού ουμανισμού στους σκλαβωμένους Έλληνες και να “καθαρίσει” τη γλώσσα και τα έθιμα του λαού από τέσσερις αιώνες σκοταδιού. Για να αντλήσει υποστήριξη από τους ξένους χρησιμοποίησε την αρχαιολατρεία της εποχής του ρομαντισμού και διέδωσε με ενθουσιασμό τη θεωρία της φυλετικής προέλευσης των σημερινών Ελλήνων από τους αρχαίους. Σε μια εποχή που μεγάλα ονόματα της Ευρώπης όπως ο Γκαίτε, ο Μπάυρον, ο Χαίλντερλιν, ο Σέλλεϋ, κλπ. υμνούσαν την επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο κλασικό παρελθόν, η ύπαρξη κάποιων καθαρών απογόνων του Περικλή προκαλούσε ρίγη συγκίνησης σε πολλούς πνευματικούς κύκλους της Ευρώπης.

Το ρεύμα αυτό προσπάθησε να επιβάλει μια αττικίζουσα γλώσσα στους Έλληνες, ώστε η ταύτιση με τους αρχαίους να γίνει ακόμη πιο αληθοφανής, και ταυτόχρονα συντάχθηκε απόλυτα με τις απόψεις των δυτικοευρωπαίων για τη μεσαιωνική μας Ιστορία: ο βυζαντινός μεσαίωνας ήταν μια περίοδος σκοταδισμού, “θρησκείας και βαρβαρότητας” όπως έλεγε ο Γίββων, γεμάτη δολοπλοκίες, ίντριγκες σε σκοτεινά παλάτια και ατέρμονες συζητήσεις πάνω σε άλυτα και ακατανόητα θεολογικά προβλήματα που δεν ενδιέφεραν κανέναν. (Την άποψη αυτή αποδέχεται ακόμη και σήμερα μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού). Κύριος εκπρόσωπος αυτής της τάσης ήταν ο Κοραής και μετά απ’ αυτόν ο Ι. Ρίζος-Νερουλός, ο Στ. Κουμανούδης και πολλοί θιασώτες της καθαρεύουσας. Για παράδειγμα, το 1841 ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός, πρόεδρος της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, και πρώην υπουργός Εκκλησιαστικών, διακήρυττε πώς “η βυζαντινή Ιστορία είναι αλληλένδετος σχεδόν και μακροτάτη σειρά πράξεων μωρών και αισχρών βιαιοτήτων του εις το Βυζάντιον μετεμφυτευθέντος Ρωμαϊκού κράτους. Είναι στηλογραφία επονείδητος της εσχάτης αθλιότητος και εξουθενώσεως των Ελλήνων”. <6>

Το δεύτερο ρεύμα είχε πιο βαθιές ρίζες και είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η αρχή του. Πιό εύκολο είναι να περιγραφούν οι θέσεις του. Κατ’ αρχήν, δε δεχόταν τόσο εύκολα το νεωτεριστικό όνομα “Έλληνες”, τη στιγμή που όλοι οι υπόδουλοι ομοεθνείς μας γνώριζαν μόνον ότι είναι Ρωμηοί. Η διαφορά δεν είναι απλώς τυπολογική, όπως θα δούμε σε επόμενα κεφάλαια. Κατά δεύτερον, οι τωρινοί Ρωμηοί δεν έννιωθαν ότι είχαν άμεση συγγένεια με τους αρχαίους Έλληνες. Πολύ πιο κοντινούς αισθανόντουσαν τους Ρωμηούς της μεσαιωνικής εποχής: ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί διατεθειμένοι να θυσιαστούν για την πίστη τους όπως και κείνοι, δάκρυζαν ακούγοντας το “Τη Υπερμάχω Στρατηγώ” και όχι τους παιάνες του Αισχύλου, τιμούσαν τη μνήμη των “ευσεβών βασιλέων της Κωνσταντινουπόλεως “, όνειρό τους όλα τα χρόνια της δουλείας ήταν η απελευθέρωση της Πόλης την οποία αναγνώριζαν ως μόνο εθνικό κέντρο, και τέλος έδειχναν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη δημώδη γλώσσα και στην παράδοση του λαού.

Το ρεύμα αυτό εκπροσωπείται από πολλούς λόγιους, χωρίς ενιαίο πρόγραμμα ή ιδεολογία. Στο σκέλος που αφορά την εθνική ονομασία “Ρωμηοί” μπορούμε να αναφέρουμε τον Δ. Καταρτζή, τον Γ. Τυπάλδο-Ιακωβάτο και αργότερα πολλούς δημοτικιστές, ένας από τους οποίους, ο Αργ. Εφταλιώτης, έφτασε να γράψει το 1901 “Ιστορία της Ρωμιοσύνης” που ξεκινάει το 146 π.Χ., με την κατάκτηση δηλαδή της Ελλάδας από τους Ρωμαίους! Ο Δ. Καταρτζής (1730-1807) στο έργο του “Γνώθι σαυτόν”, όπου κάνει μια ιστορική αναδρομή στις λέξεις Έλληνας και Ρωμηός, συμπεραίνει: “πώς (λοιπόν) μερικοί σπουδαίοι ενάντια και στους κανόνες της γραμματικής τολμούν ν’ αλλάζουν σημασία λέξης, και να λέν τον εαυτό τους Έλληνες, και να μην το ’χουν πρόκριμα καθό Χριστιανοί και ατιμία, καθό Ρωμηοί, που οι γονείς μας Ρωμαίοι δεν το εδέχτηκαν όξ από έναν, τον παραβάτη Ιουλιανό, που ενασμονίζονταν να λέγεται Έλληνας”. <7>

Ο επτανήσιος Γ. Τυπάλδος-Ιακωβάτος έγραφε χαρακτηριστικά κατά τη δεκαετία του 1830: “ένα τμήμα του ιδανικού έθνους έχει λευτερωθεί, είναι η επαρχία της Ελλάδας”. Απομένει το υπόλοιπο, “ο θρόνος του Μεγάλου Κωνσταντίνου”, και μαζί μ’ αυτό το άλλο “μικρότατο μέρος της Ρωμιοσύνης, τα εφτά νησιά, που και κει, για να σιάξουν τα πράματα, θα πρέπει να αερίσ’ η ρωμαϊκή σημαία”. <8>

Ο αρχηγός του δημοτικιστικού κινήματος, ο Ψυχάρης, πίστευε ότι “όταν το 1821 ο Μπότσαρης και οι όμοιοί του ξεσηκώνονταν υπάκουαν χωρίς μήτε να το ξέρουν σε μια ρωμαϊκή πολιτική ώθηση”. <9> Χαρακτηριστική είναι και η επιγραφή που άφησε ο Ψυχάρης στον τάφο του: “Τραγουδήστε μου ένα μοιρολόι από κείνα που σάς άκουσα να τραγουδάτε σαν ήμουνα παληκάρι και πήγα στα χωριά της μαστίχας να μάθω τη λαλιά σας, τα ρωμαίικα. Ποιός ξέρει, μπορεί να με ξυπνήσετε άξαφνα ως και στον τάφο, τόσο τ’ αγάπησα, τόσο βαθιά τα ’βαλα μέσα για μέσα στην καρδιά μου, τη ρωμαίική μου την καρδιά”.<10> Είναι άλλωστε αξιοσημείωτο ότι το περίφημο περιοδικό όργανο των δημοτικιστών έφερε τον τίτλο “Νουμάς”. (Ο Νουμάς δεν ήταν άλλος από το δεύτερο βασιλιά της αρχαίας Ρώμης!).

Τα δυο ρεύματα βρίσκονταν σε σύγκρουση σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Μια αναλυτική εξέταση αυτής της σύγκρουσης θα ξέφευγε από το πλαίσιο της εργασίας μας. Πάντως οι σκοπιμότητες που κρύβονταν πίσω από τη χρήση των εθνικών ονομασιών δεν είχαν διαφύγει της προσοχής των ξένων. Το 1857 ένας κορυφαίος φιλέλληνας Γάλλος ιστορικός έλεγε στον Σπ. Ζαμπέλιο: “Το δη παραδοξότερον, οι πλεονέκται ούτοι φίλοι μας (οι νεοέλληνες) προς μηδέν άλλο βλέποντες, ή προς το ίδιον συμφέρον, το μεν πρωί καλούνται κατά λόγον ιστορικόν Έλληνες, εν δε μεσημβρία λέγονται κατά λόγον πολιτικόν Ρωμαίοι, το δε εσπέρας αμφότερα συμβιβάζοντες γίνονται Γραικορωμαίοι”. <11>

Το σίγουρο είναι ότι μέχρι τις αρχές του αιώνα μας το ζήτημα δεν είχε λυθεί. Το 1901, η έκδοση του πρώτου τόμου της “Ιστορίας της Ρωμιοσύνης” του Εφταλιώτη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, όχι μόνο για τη γλώσσα της (ήταν το πρώτο βιβλίο Ιστορίας στη δημοτική), αλλά και για τη χρήση του όρου “Ρωμιοσύνη”. Ακολούθησε μια έντονη διαμάχη που δίχασε τους Έλληνες διανοούμενους, με πρωταγωνιστές τους Γ. Χατζιδάκι και Ν. Πολίτη από τη μια πλευρά (εναντίον του όρου “Ρωμηοί”) και τους Κ. Παλαμά, Γρ. Ξενόπουλο από την άλλη. <12>

Απ’ ότι φαίνεται, μετά από εβδομήντα χρόνια ελεύθερου βίου, ο πολύς κόσμος δεν είχε συνηθίσει ακόμη το όνομα “Έλλην”. Όπως έγραφε τότε ο Κωστής Παλαμάς, το “Ρωμιός” ερχόταν στο στόμα του κόσμου “πιό πολύ από το γιορτιάτικο και δυσκίνητο όνομα Έλλην, ακόμη και από το όνομα Έλληνας, που είναι κάπως πιο δυσκολορρίζωτο από το Ρωμιός, και κρατούσε ως τα χτές ακόμη την αρχαία ειδωλολατρική σημασία (…) και σημαίνει κι ως την ώρ’ ακόμα, για τον πολύ λαό, τον αντρειωμένο, το γίγαντα”. <13> Ο Κωστής Παλαμάς είχε συλλάβει επακριβώς την ουσία της διαμάχης: “Οι όροι Ρωμιός και Ρωμιοσύνη επειδή δε μας έρχουνται, ίσα ολόισα, από την εποχή του Περικλή, παραμερίστηκαν αγάλια αγάλια, από την επίσημη γλώσσα”. “Έλληνες, για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου πραγματικά, Ρωμιοί. Το όνομα κάθε άλλο είναι παρά για ντροπή. Αν δεν το περιζώνει αγριλιάς στεφάνι από την Ολυμπία, το ανυψώνει στέμμα ακάνθινο μαρτυρικό και θυμάρι μοσκοβολά και μπαρούτη”. Καί, δικαιώνοντας τον Εφταλιώτη για την επιλογή του όρου “Ρωμιοσύνη”, κατέληγε: “κάποιο αγνότερο και πιο βαθύ αίσθημα γλωσσικό δεν μπορεί παρά να βρη ακόμα στη λέξη Ρωμιοσύνη κάτι τι ποιητικά και μουσικά χρωματισμένο, κάτι τι φτερωτό, λεβέντικο για μας και αναλαφρο, που νομίζω πώς δεν τόχει ο Ελληνισμός, με όλη τη βαριά του ασάλευτη μεγαλοπρέπεια”. <14>

Παρ’ όλα αυτά, η σκληρή πολεμική (πού έφτασε μέχρι το σημείο να αμφισβητεί τον πατριωτισμό του Εφταλιώτη) οδήγησε τον τελευταίο στο να μη δημοσιεύσει ποτέ τους υπόλοιπους τόμους της “Ιστορίας” του. Σέ μια Ελλάδα που προσπαθούσε αγωνιωδώς να καλύψει τετρακόσια χρόνια “καθυστέρησης” απέναντι στη “φωτισμένη” Ευρώπη, δεν μπορούσε βέβαια να γίνει δεκτή η άποψη πώς “αδύνατο πράμα, φίλε μου, να γυρεύης να μιμηθής Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς, κι αρχαίους Έλληνες, και να μην έχης δόση από βαρβαρωσύνη, τη βαρβαρωσύνη που βλέπει τα φανταχτερά τα ξένα και σκιάζεται, βλέπει τα δικά της και ντρέπεται” <15> ….

Οι υπέρμαχοι του “αντιρωμαίικου” αγώνα είχαν φτάσει να διακηρύττουν ότι ως λαός έχουμε σχέση μόνο με την αρχαία Ελλάδα και ότι η μεσαιωνική περίοδος είναι ολότελα ξένη προς τη νεώτερη Ελλάδα. <16> Και μάλιστα ως “αρχαία Ελλάδα” εννοούσαν την κλασική Ελλάδα, αυτήν που οι ξένοι αποκαλούν μέχρι και σήμερα “Greece proper” (“καθαυτό Ελλάδα “), δηλαδή τη χώρα νότια των Θερμοπυλών. Για παράδειγμα, ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός, ισχυριζόταν το 1841 ότι Ελλάδα είναι μόνο το ελληνικό κράτος (τού 1830). Όσοι άλλοι το πατούν ή το πάτησαν είναι ξένοι. Συνεπώς ξένος ήταν ο Φίλιππος, νικητής των Ελλήνων στη Χαιρώνεια, ο οποίος μάλιστα, “έπραξεν άλλον της νίκης εκείνης ολεθριώτερον, εγέννησεν τον Αλέξανδρον”. <17>

Αυτές οι απόψεις είχαν αποκτήσει και πολιτική έκφραση κατά τον 19ο αιώνα. Σύμφωνα με τον Π. Καρολίδη, επιμελητή και συνεχιστή της “Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους” του Παπαρρηγόπουλου, “αι τοιαύται γελοιωδώς παράδοξοι δοξασίαι, προϊόντα αμαθείας και ακρισίας, είχον και την πολιτικήν αυτών ροπήν επί μερίδα λογίων κηρυττόντων ότι των νυν Ελλήνων αι πολιτικαί ροπαί και τάσεις και εθνικαί ιδέαι πρέπει να μη υπερβαίνωσιν τα όρια της αρχαίας Ελλάδος”. <18> Όπως είναι φανερό, σε μια χώρα που γνώριζε ότι τα τρία-τέταρτα των ομοεθνών της εξακολουθούσαν να ζουν υποδουλωμένοι, μια τέτοια παραποίηση της Ιστορίας εγκυμονούσε σοβαρούς εθνικούς κινδύνους. Και πώς να μην εγκυμονούσε, όταν ο Κοραής είχε ανοίξει το δρόμο για την αποδοχή μιας τέτοιας θεώρησης προσπαθώντας να φωτίσει τους ραγιάδες με λόγια όπως: “το έθνος είναι πτώμα σπαραττόμενο από κόρακας. Απέθανεν η πατρίς …. αφ’ ότου μας επάτησεν ο Φίλιππος έως το 1453”. <19> Ευτυχώς που οι σλαβομακεδόνες των Σκοπίων δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη τον Κοραή…

Για να είμαστε μάλιστα ακριβείς, του Κοραή ούτε η λέξη “Έλληνας” του άρεζε. Στον περίφημο “Διάλογο δύο Γραικών” (1805) έγραφε: “Ένα από τα δύο λοιπόν ταύτα (Έλληνας ή Γραικός) είναι το αληθινόν του έθνους όνομα. Επρόκρινα το Γραικός, επειδή ούτω μας ονομάζουσι και όλα τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης”. Και παρακάτω: “Όχι μόνον απάνθρωποι αλλά και μωροί προς τούτοις έπρεπε να ονομασθώμεν εάν επροκρίνομεν τ’ όνομα των Ρωμαίων από τ’ όνομα των Γραικών”, για να καταλήξει: “όστις μ’ ονομάση πλέον Ρωμαίον, θέλω τον στοχάζομ’ ως εχθρόν μου. Από της σήμερον εις το εξής είμαι Γραικός”.<20> Το “Γραικός”, όπως έχει τονίσει ο Ρωμανίδης και θα εξετάσουμε αναλυτικά στο Κεφάλαιο 7, είναι μια εθνική ονομασία την οποία μας απέδωσαν τα “φωτισμένα” έθνη της Ευρώπης κατά τον 8ο αιώνα, όταν ακόμα βρίσκονταν στα βαθύτερα σκοτάδια της Ιστορίας τους. Δυστυχώς η οριστική μελέτη για το σκοταδιστικό ρόλο του Κοραή στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας περιμένει ακόμη το συγγραφέα της… Όσο για την ταλαίπωρη Ελλάδα, μετά τα όσα είπαμε ως τώρα, γίνεται αντιληπτό ότι τα σύνορα του 1830 δεν ήταν καθόλου τυχαία: αντιστοιχούσαν ακριβώς στα όρια της αρχαίας Ελλάδας, όπως τα έβλεπαν οι ξένοι και οι εγχώριοι μιμητές τους. Η αποδοχή της ονομασίας “Έλληνες” πρόσφερε το απαραίτητο ιδεολογικό άλλοθι σε όσους ήθελαν μια μικρή Ελλάδα στα όρια του 1830…

Αναστάσιος Φιλιππίδης

http://www.vic.com/~tscon/pelagia/htm/b19.e.romiosini_i_varvarotita.01.htm

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s