Περί “Βυζαντινών”

Απόσπασμα (Κεφάλαιο 3) από το εξαιρετικό βιβλίο του Αναστασίου Φιλιππίδη «Ρωμηοσύνη ή βαρβαρότητα». Εκδόσεις: Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου. Ολόκληρο το βιβλίο υπάρχει σε μορφή pdf στη διεύθυνση http://www.scribd.com, [θα το βρείτε εύκολα δίνοντας τις λέξεις  “Αναστασίου Φιλιππίδη” στο Google] ενώ η αγγλική του μετάφραση υπάρχει στη διεύθυνση: http://www.oodegr.com/english/biblia/romiosyni/perieh.htm.

romania

Και οι Βυζαντινοί;

Πριν περάσουμε στην ανίχνευση των συστατικών στοιχείων της «ρωμαίικης εθνικής συνείδησης», θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια ακόμη παρανόηση την οποία έχει καθιερώσει η δυτική βιβλιογραφία σχετικά με την ονομασία των προγόνων μας του μεσαίωνα. Όπως είναι γνωστό, η εποχή αυτή ονομάζεται «βυζαντινή», και οι πρόγονοί μας είναι κάποιοι μυστηριώδεις «βυζαντινοί» που ήρθαν από το πουθενά και χάθηκαν δια μαγείας, παρ’ όλο που «εμείς» διατηρηθήκαμε στα 400 χρόνια της δουλείας. Είναι επίσης γνωστό από τις πηγές ότι δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία λαός που ονόμαζε τον εαυτό του βυζαντινό ή το κράτος του βυζαντινό. Ο όρος επινοήθηκε μετά την κατάλυση της «βυζαντινής» αυτοκρατορίας, το 1562, από τον Ιερώνυμο Wolf που άρχισε να συγκεντρώνει ιστορικές πηγές σ’ ένα έργο το οποίο τιτλοφόρησε «Corpus Historiae Byzantinae».

Οι λόγοι εφεύρεσης ενός νέου ονόματος ήταν καθαρά πολιτικοί. Έπρεπε με κάθε τρόπο να σβήσει από την εθνική συνείδηση των Ρωμηών η ανάμνηση του παρελθόντος τους. Κυρίως έπρεπε να πάψει να ταυτίζεται η χώρα τους με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Από κει και ύστερα, δυτικοευρωπαίοι και Ρωμηοί θα μάθαιναν ότι υπήρχε κάποια Ρωμαϊκή και στη συνέχεια κάποια Βυζαντινή αυτοκρατορία. Έτσι οι δυτικοευρωπαίοι θα πετύχαιναν αυτό που προσπαθούσαν να επιβάλουν από τον 8ο αιώνα, να θεωρηθούν οι ίδιοι κληρονόμοι του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και κράτους. Η εφεύρεση της λέξης «βυζαντινοί» ήταν, δηλαδή, μια βίαιη νόθευση της Ιστορίας υπαγορευμένη από τους αντιπάλους μας. Το ότι αποδέχτηκαν τον όρο «βυζαντινοί» οι νεοέλληνες και τον διδασκόμαστε στα σχολεία μας είναι ένδειξη του τυφλού, κομπλεξικού μιμητισμού ο οποίος επικράτησε στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα.

Αυτή η παραχάραξη της Ιστορίας έχει δημιουργήσει ένα άλυτο πρόβλημα στους δυτικούς ιστορικούς: πότε αρχίζει η βυζαντινή Ιστορία; Κατά καιρούς έχουν προταθεί διάφορες χρονολογίες που κυμαίνονται από το 284 μ.Χ. (άνοδος Διοκλητιανού στην εξουσία, πρόταση E. Stein) ως το 717 μ.Χ. (άνοδος Λέοντα Γ’ Ισαύρου, πρόταση της Cambridge Medieval History). Ενδιάμεσες λύσεις θεωρούνται το 330 (ίδρυση Κωνσταντινούπολης), το 395 (διαίρεση της αυτοκρατορίας σε Ανατολική και Δυτική από το Θεοδόσιο Α’), το 476 («οριστική» κατάλυση Δυτ. Αυτοκρατορίας) ή το 610 (άνοδος Ηρακλείου και «εξελληνισμός» του κράτους). Τονίζεται βέβαια από όλους τους ερευνητές ότι κάθε ιστορική διαίρεση είναι αυθαίρετη, και ότι τέτοιου είδους τομές είναι υποκειμενικές και χρησιμοποιούνται μόνο για παιδευτικούς λόγους. Όλα αυτά είναι σωστά, αλλά δεν εξηγούν το γιατί θα έπρεπε να ψάχνουμε εναγωνίως να βρούμε ένα καινούργιο όνομα τη στιγμή που θα μπορούσαμε κάλλιστα να ονομάσουμε την αυτοκρατορία με το όνομά της: Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή Ρωμανία. Ο χαρακτήρας της αλλάζει κάποτε, ίσως όταν επιβάλλεται ο Χριστιανισμός, και θα μπορούσαμε να διδασκόμαστε για τη Ρωμαϊκή και μετά για τη Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όχι όμως και να εφευρίσκουμε παράξενους νεολογισμούς που κουβαλούν ιδιαίτερη ιδεολογική φόρτιση. Ας χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα για να αντιληφθούμε το μέγεθος της ιστορικής παραποίησης που συντελείται με τον όρο «βυζαντινός».

Αν με τη βοήθεια κάποιας χρονομηχανής βρισκόμασταν στη Θεσσαλονίκη του 330 μ.Χ. και αποκαλούσαμε «Βυζαντινό» έναν τυχαίο περαστικό, το σίγουρο είναι ότι ο άνθρωπος θα φρόντιζε να αλλάξει δρόμο για να βρει κάποιον πιο μορφωμένο συνομιλητή. Διότι ο ίδιος γνώριζε καλά ότι είναι Ρωμαίος πολίτης, μέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με όλο το βάρος της ομώνυμης παράδοσης πίσω του. Αν του λέγαμε ότι από δω και μπρος τα βιβλία μας τον αποκαλούν «Βυζαντινό» και όχι Ρωμαίο θα εξεγειρόταν, και θα είχε δίκιο, αφού δεν είχε συμβεί τίποτα που να τον ανάγκαζε να αλλάξει υπηκοότητα.

Αν δοκιμάζαμε να πούμε τα ίδια σ’ έναν Θεσσαλονικιό του 530 θα παίρναμε πάλι την ίδια απάντηση. Και αν του αντιλέγαμε «μα πως Ρωμαίος; Αφού η Ρώμη βρίσκεται στα χέρια των Γότθων εδώ και 54 χρόνια, από το 476, τα βιβλία μας λένε ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία έχει πάψει να υφίσταται!», έκπληκτος ο συνομιλητής μας θα απαντούσε πως ναι μεν η Ρώμη έπεσε, αλλά η υπόλοιπη αυτοκρατορία στο μεγαλύτερο μέρος της παραμένει ελεύθερη, διοικείται από τη Νέα Ρώμη που είναι συμπρωτεύουσα εδώ και 200 χρόνια και πως, όπου να είναι, οι υπόδουλοι αδερφοί μας θα ελευθερωθούν και πάλι. Και θα είχε δίκιο, αφού σε λίγα χρόνια οι στρατιές του Ιουστινιανού θα απελευθέρωναν την Ιταλία.

Με την ευκαιρία, να σημειώσουμε ότι θα πρέπει επιπλέον να καθιερωθεί η λέξη «απελευθέρωση» αντί των λέξεων «κατάκτηση», ή «ανακατάληψη – reconquista», που χρησιμοποιούνται σαν να έχουμε να κάνουμε με αλλότριο εχθρό Ιταλών και με  ιμπεριαλιστικά σχέδια κάποιου φιλόδοξου ηγεμόνα. Οι στρατιές του Ιουστινιανού γίνονταν δεκτές ως ελευθερώτριες από τους υπόδουλους ομοεθνείς Ρωμαίους: φτάνοντας στην Καρχηδόνα, ο Βελισσάριος βρήκε την πόλη φωταγωγημένη και τον ορθόδοξο πληθυσμό να πανηγυρίζει για την ήττα των αρειανών Βανδάλων. Όπως αναφέρει ο Προκόπιος «οι τε γαρ Καρχηδόνιοι τας πύλας ανακλίναντες λύχνα έκαιον πανδημεί και η πόλις κατελάμπετο τω πυρί την νύκτα όλην εκείνην, και των Βανδίλων οι απολελειμμένοι εν τοις ιεροίς ικέται εκάθηντο».44 Την ίδια υποδοχή επιφύλαξε και η Ρώμη που προσκάλεσε η ίδια το Βελισσάριο.

Πάντως είναι παράλογο η κατάληψη τμήματος μιας χώρας να υποχρεώνει την υπόλοιπη ελεύθερη χώρα σε αλλαγή του ονόματός της. Μετά από μια τυχόν κατάληψη της Θράκης από τους Τούρκους, θα έπρεπε δηλαδή να υποχρεωθεί η Ελλάδα να πάψει να ονομάζεται Ελλάδα και να αρχίσει να λέγεται π.χ. Πελασγία… Κι ωστόσο σ’ αυτόν ακριβώς τον παραλογισμό έχουμε πέσει με το να ονομάζουμε «Βυζαντινή» την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το ελεύθερο τμήμα της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μετά την πτώση της Ρώμης.

Μια τελευταία προσπάθεια με έναν Θεσσαλονικιό του 630 – ή οποιασδήποτε εποχής μέχρι το 1430 που η Θεσσαλονίκη έπεσε στους Τούρκους – θα είχε την ίδια κατάληξη. Παρ’ όλο που τα σχολικά βιβλία μας διδάσκουν επίμονα ότι ο χαρακτήρας της «βυζαντινής» αυτοκρατορίας αλλάζει στις αρχές του 7ου αιώνα (περίπου την εποχή του Ηράκλειου) και μετατρέπεται σε καθαρά ελληνικό κράτος, ο φίλος μας θα παρέμενε απορημένος. Ο ίδιος και οι πρόγονοί του μιλούσαν πάντα ελληνικά, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι ήταν ή ένιωθαν λιγότερο Ρωμαίοι από τους λατινόφωνους συμπατριώτες τους της Δύσης. Άλλωστε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν πάντοτε δίγλωσση. Για παράδειγμα, ήδη το 57 μ.Χ. ο Απ. Παύλος έγραφε στα ελληνικά τη γνωστή επιστολή του προς τους Χριστιανούς της Ρώμης, ενώ οι δεκατρείς από τους πρώτους δεκαέξη Πάπες της Ρώμης ήταν ελληνόφωνοι. Στις εκκλησίες της Ρώμης οι ακολουθίες τελούνταν στην ελληνική γλώσσα τουλάχιστο μέχρι το τέλος του τρίτου αιώνα, και πιθανόν και αργότερα.45 Άλλωστε είναι γνωστό ότι «από τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ. κάθε καλλιεργημένος Ρωμαίος ήταν δίγλωσσος».46

Η μόνη αλλαγή τον έβδομο αιώνα είναι η σταδιακή επισημοποίηση της ελληνικής γλώσσας στη θέση της λατινικής. Αυτό έγινε για καθαρά πρακτικούς λόγους, αφού το κομμάτι της αυτοκρατορίας που παρέμενε ελεύθερο ήταν ελληνόφωνο. Ο Ιουστινιανός το σημειώνει ξεκάθαρα σε μια από τις «Νεαρές» του ότι οι νόμοι αυτοί είναι γραμμένοι στην ελληνική επειδή έτσι γίνονται πιο κατανοητοί από τον πληθυσμό («ου τη πατρίω φωνή – λατινική – τον νόμον συνεγράψαμεν αλλά ταύτη δη τη κοινή και Ελλάδι, ώστε άπασιν αυτόν είναι γνώριμον δια το πρόχειρον της ερμηνείας»).47 Και πάντως, όπως σημειώνει ο P. Charanis, αυτό το γεγονός, που σήμερα μας φαίνεται ιδιαίτερα σημαντικό, συνέβηκε τόσο ανεπαίσθητα που και οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας πιθανότατα ούτε που το παρατήρησαν.48 Οπωσδήποτε η χρήση της μιας ή της άλλης γλώσσας δεν σήμαινε αλλαγή στην «εθνική συνείδηση» του κράτους. Απλοϊκές απόψεις που ταυτίζουν τη γλώσσα με την εθνική συνείδηση θα ταίριαζαν ίσως σε παλιότερες εποχές, όχι όμως και στα τέλη του 20ού αιώνα. Το σίγουρο είναι πως δεν έχουμε την παραμικρή ένδειξη στις πηγές για αλλαγή συνείδησης κατά τον 7ο αιώνα.

Όσο για τον όρο «βυζαντινός», δεν περιήλθε σε ευρύτερη χρήση πριν τον 19ο αιώνα. Ο μεγάλος Βρετανός ιστορικός Γίββων έγραψε την περίφημη «Παρακμή και πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» στα τέλη του 18ου αιώνα και τελειώνει το έργο του στα 1453, οπότε και θεωρεί ότι συντελέστηκε η οριστική πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά τη γνώμη μας, ενώ ο όρος δε χρησιμεύει σε τίποτα, συσκοτίζει τη σωστή κατανόηση της μεσαιωνικής Ιστορίας.

Για παράδειγμα, πέρα απ’ όσα αναφέραμε για τις δυσκολίες εντοπισμού της αρχής της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας και για την «ελληνικότητα» της, προβλήματα δημιουργούνται και στην ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής της. Έτσι, πολλοί ιστορικοί ισχυρίζονται ότι την ιμπεριαλιστική ιουστινιάνεια ιδεολογία του 6ου αιώνα διαδέχεται μια αμυντική ιδεολογία διατήρησης των εδαφών από τον 7ο αιώνα. Αν όμως ξεχάσουμε τον όρο «Βυζαντινή» και θυμηθούμε ότι έχουμε να κάνουμε με το ελεύθερο τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η πολιτική του Ιουστινιανού παύει να είναι ιμπεριαλιστική, αφού στόχευε απλώς στην απελευθέρωση των υπόδουλων Ρωμαίων της Ιταλίας και της Αφρικής.

Όσο προχωράμε προς τον 8ο και 9ο αιώνα, τα προβλήματα από τη χρήση του όρου «βυζαντινός» πολλαπλασιάζονται. Όπως θα δούμε στα κεφάλαια 7 και 8, οι δυτικοί ισχυρίζονται ότι η ρωμαϊκή Ιταλία επαναστάτησε τότε εναντίον της «βυζαντινής» κυριαρχίας και προτίμησε να τεθεί υπό τη βαρβαρική κατοχή των Φράγκων. Χρησιμοποιώντας τον όρο «Βυζαντινοί», οι δυτικοί ιστορικοί διαχωρίζουν εθνικά τους ομοεθνείς Ρωμαίους Ιταλίας και Ανατολής και μιλάνε για «βυζαντινό επεκτατισμό» στη Ν. Ιταλία, τη στιγμή που όλοι οι Ρωμαίοι της Δύσης προσπαθούσαν να απαλλαγούν από το βαρβαρικό ζυγό των Φράγκων. Το κωμικό είναι ότι στη συνέχεια οι ίδιοι ιστορικοί αναγνωρίζουν «βυζαντινές» επιδράσεις στην ιταλική τέχνη αυτής της εποχής και προσπαθούν να βρουν τα κανάλια μέσα από τα οποία επέδρασε η «βυζαντινή» τέχνη στη Δύση. Προσπαθούν, δηλαδή, να βρουν πως γίνεται και εμφανίζεται ρωμαϊκή τέχνη στη ρωμαϊκή Ιταλία…

Όλα αυτά τα περιττά προβλήματα έχουν συσσωρευθεί μόνο και μόνον επειδή οι δυτικοευρωπαίοι αντίπαλοί μας θέλησαν κάποτε να εφεύρουν ένα ακόμη όνομα για να μας αποξενώσουν από την Ιστορία μας. Στο όνομα αυτό μάλιστα προσπάθησαν επί αιώνες να προσδώσουν με κάθε τρόπο αρνητική χροιά , παράδειγμα η λέξη «βυζαντινισμός» που πολιτογραφήθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες και στη συνέχεια μεταφέρθηκε και στην Ελλάδα. Σε μεγάλο βαθμό το πέτυχαν: οι νεοέλληνες πιστεύουν σήμερα ότι το «Βυζάντιο» κατέστρεψε τον ελληνικό πολιτισμό και προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν από κάθε τι «βυζαντινό».

Τα πράγματα θα ήταν αρκετά διαφορετικά αν απλώς χρησιμοποιούσαμε τα σωστά εθνικά ονόματα. Τότε θα απαιτούσε ιδιαίτερο κόπο από τους δυτικούς το να μας εξηγήσουν πως γίνεται οι Ρωμαίοι να κατέστρεψαν οι ίδιοι τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό τους. Τελικά, η χρήση του όρου «βυζαντινός» αντί του Ρωμαίικος στις αρχές του 19ου αιώνα εξυπηρετούσε απλώς τα πολιτικά σχέδια των δυτικοευρωπαίων. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όταν απελευθερώνονταν, οι Ρωμηοί (Γραικοί για τους ξένους) δεν θα μπορούσαν να απαιτήσουν την ανασύσταση της αυτοκρατορίας τους. Θα έπρεπε να αρκεστούν απλώς στα όρια της αρχαίας Graecia, στα οποία, όπως ξέρουμε σήμερα, τους περιόρισαν οι συμφωνίες δημιουργίας του ελληνικού βασιλείου το 1830…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s