Πρόταση για μια Διαφορετική Παγκοσμιοποίηση

megaskonstantinosΚυριάκος Παπαδόπουλος*

Σκέψεις γιὰ τὴν λησμονημένη μας Ῥωμαϊκότητα, ἐν μέσῳ ἀγρίας Καταιγίδας

«Ἀστὴρ προτρέχει καὶ

λάμπει ἐν σπηλαίῳ, τὸν Δεσπότην τοῦ ἡλίου τοῖς μάγοις

καταμηνῦσαι• βρέφος γὰρ ὤφθη, καὶ σὰρξ ἐκ τῆς Παρθέ-

νου, τὴν παλαιὰν παρακοὴν τοῦ Ἀδὰμ ἐξαφανίζων. Αὐτὸς

τὸ κράτος ὑμῶν, δεσπόται, εἰς μῆκος χρόνων φυλάξῃ

εἰς ἀνέγερσιν Ῥωμαίων.»

ΜΕΡΟΣ Α΄

Οἱ τρεῖς μῆνες τοῦ Χειμώνα

…τὸν ἔσχατον μῆνα Δεκέμβριον καλοῦμεν.

Νουμμᾶς δὲ ὁ Πομπίλιος δεύτερος Ῥωμαίων βασιλεὺς ὕστε- (40)

ρον ἄμεινον εἰς ιβ τὸ ἔτος διελὼν τοῖς πάλαι ι δύο μῆνας προστε-

θεὶς αον μὲν ἀπὸ τιμῆς τοῦ Ἰάνου πρώτου τῆς Ἰταλίας ὡς νομί-

ζουσι θεοῦ καὶ ἀρχιγέτου ({48γρ.}48 ἀρχηγέτου) Ἰανουάριον ὠνόμασεν,

ὃν καὶ τῶν ἄλλων πρῶτον μὲν καὶ ἀρχιχρόνιον ἀπέφηνεν. Δεύτε-

ρον δὲ ἀπὸ τῆς τῶν προγόνων ψυχῶν καθάρσεως Φεβρουάριον (45)

ἐκάλεσε· φέβρουα γοῦν Σαβίνων τῆς καὶ Νουμμᾶ πατρίδος διαλέ-

κτῳ ἡ κάθαρσις λέγεται.

Τὸ παραπάνω ἀπόσπασμα εἶναι παρμένο ἀπὸ ὑπόμνημα ποὺ συνέγραψε ὁ Κυριακὸς ὁ Ἀγκωνίτης [1], πάνω στὴν ὀνοματολογία τῶν μηνῶν τοῦ ἔτους, καὶ ἀποτελεῖ ἔνα καθόλα ἐπιστημονικὸ σύγγραμμα, μὲ ἀφιέρωση στὸν Κωνσταντίνο XI Παλαιολόγο, ὅταν ὁ τελευταῖος ὑπηρετοῦσε ἀκόμα ὥς Δεσπότης στὸν Μωρηά.

Βρισκόμαστε στὸν 15ο αἰώνα καὶ ὅμως, ἄν ἐξαιρέσουμε τὸν Γεώργιο Γεμιστὸ-Πλήθωνα, καὶ τοὺς λογίους καὶ μαθητές του ποὺ βρήκαν καταφύγιο στὸν Οἴκο τῶν Μεδίκων, οἱ δεσμοὶ τοῦ Γένους μὲ τὴν ῥωμαϊκότητά του παραμένουν δεσμοὶ αἵματος. Τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ τὸ Βασίλειο τῶν Ῥωμαίων καταρρέει, καὶ πολλοὶ διανοούμενοι ἐκφραγκίζονται, μένοντας ἔκθαμποι ἀπὸ τὸν ὑλικὸ καὶ πνευματικὸ πλοῦτο τῆς ἀναγεννησιακῆς Ἰταλίας, ἡ Ῥωμηοσύνη παραμένει ζωντανή: ἄλλωστε δὲν εἶχε τὴν ἀνάγκη τοῦ βασιλείου γιὰ νὰ ὑφίσταται. Ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω, ἡ ῥωμαϊκότητα δὲν ἦταν πάντα συνδεδεμένη μὲ τὸ ῥωμαϊκὸ Κράτος, τὸ ὁποῖο ἀποτελοῦσε μόνο μιὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς συνισταμένες της.

Ἐπέλεξα νὰ παραθέσω τὴν ἀναφορὰ τοῦ Ἀγκωνίτου στοὺς τρεῖς μήνες τοῦ Χειμώνα , διότι, γιορτινὲς μέρες ποὺ διανύουμε, ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μιὰ ἐορταστικὴ νότα στὴν δύσκολη συζήτηση ποὺ θὰ ἀνοίξω, σὲ μιὰ δύσκολή περίοδο γιὰ τὸ Γένος. Στόχος αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου εἶναι νὰ προσπαθήσουμε νὰ ψηλαφίσουμε τὴν λησμονημένη μας καταγωγή, τὴν ῥωμαϊκότητά μας, κόντρα στὴν ἐπικρατούσα κρατικὴ ἀντίληψη γιὰ τὰ περὶ ταυτότητας, τὴν ὁποῖα συντηροῦν μὲ ὑπερβάλλοντα ζήλο κύκλοι διανοουμένων. Μιὰ ἀντίληψη ποὺ εὐδοκίμησε στὸ Κράτος ποὺ ῥήμαξε τὴν ἐπαρχία, τὸ χωριό, τὶς Παραδόσεις, τὶς διαλέκτους, τὸ ἴδιον κάθε κοινότητας [20].

Ὑπόσχομαι νὰ κλείσω τὸ ἄρθρο αὐτὸ εὐχάριστα, ἀναφερόμενος στὶς αὐλικὲς τελετὲς καὶ συγκεκριμένα στὸ τυπικὸ τῶν Χριστουγέννων, ὅπως τὰ παραθέτει ἡ χείρα τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου Ζ΄ τοῦ Πορφυρογεννήτου. Θὰ νιώσει ψυχικὴ ἀνάταση ὁ ἀναγνώστης, διαβάζοντας τὰ ἄκτα τῶν Χριστουγέννων: ὁ ἀναγνώστης ποὺ διψᾶ γιὰ κάθε τὶ γνήσιο, γιὰ κάθε τὶ αὐθεντικό. Θὰ νιώσει νὰ ξυπνᾶ κάτι μέσα του, κάτι ποὺ τοῦ τὸ στερεῖ ἐδῶ καὶ δύο περίπου αἰώνες ὁ ἀφόρητος ἑλλαδιτισμὸς καὶ ἡ ἐπαρχιωτίλα τοῦ μεταπρατικοῦ Κράτος στὸ ὁποῖο ζεῖ.

Ἄς ξεκινήσουμε λοιπὸν μὲ τὰ δύσκολα!

Μιὰ Ἐφιαλτικὴ Περίοδος, μὲ Ἀμφίβολη Κατάληξη

Ἐν ἔτῃ 2011, λίγες ἡμέρες πρὶν μᾶς ἔρθει τὸ 2012, ἡ ῥήση τοῦ Κωστὴ Παλαμᾶ “Ἕλληνες γιὰ νὰ ῥίχνουμε στάχτη στὰ μάτια τοῦ κόσμου, πραγματικὰ Ῥωμηοί΄΄ φαντάζει τόσο ἐπίκαιρη, ὅσο ποτέ ἄλλοτε. Ἔχουνε χυθεῖ τόνοι μελανιοῦ γιὰ νὰ ἀναλυθεῖ ἡ κρίση ποὺ διανύουμε, καὶ νὰ ἐντοπιστεῖ τὸ πραγματικὸ πρόβλημα ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τοὺς ἀριθμούς: ἐλάχιστοι ὅμως ἐντοπίζουν τὸ πρόβλημα στὴν κρίση ταυτότητας τῶν νεο-Ἑλλήνων [12], καὶ σχεδὸν κανεὶς δὲν τολμᾶ νὰ ἀνοίξει ἕνα θέμα ποὺ πονᾶ: τὸ θέμα τοῦ ἱστορικοῦ μας μύθου. Τί φοβίζει τοὺς διανούμενούς μας νὰ βάλουν τὸ μαχαίρι στὸ κόκκαλο, ἔστω καὶ σὲ αὐτὴ τὴν ἔσχατη στιγμή; Μήπως ἐνέχει κινδύνους, γιὰ τὸν τολμηρὸ γράφοντα, ἡ ὁποιαδήποτε ἀπόπειρα νὰ ἀνοίξει τὸν ἀσκὸ τοῦ Αἰόλου, μὲ μιὰ σοβαρὴ συζήτηση περὶ ταυτότητας, χωρὶς προκαταλήψεις; Ἤ μήπως δὲν ἔχουμε πιὰ τολμηροὺς διανοουμένους; Νὰ τὸ θέσω ἀλλιῶς: ἔχουμε ἄραγε πραγματικοὺς διανοουμένους; Καὶ ἄν ἀκόμα εἴχαμε μπροστάρηδες, εἴμαστε λαὸς πολιτισμένος; Ἀντέχουμε τὸν οὐσιαστικὸ διάλογο καὶ τὴν ἀλήθεια;

Πολὺ πικρά, καὶ μάλλον ῥητορικά, τὰ παραπάνω ἐρωτήματα, ὅμως σὰν πολίτης αὐτοῦ τοῦ τόπου νιώθω τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω τὴν δική μου ὀπτικὴ γιὰ τὰ πράγματα, ὅπως τὰ ζοῦμε αὐτὴ τὴν στιγμή. Ἐνῶ ἀποτελεῖ κοινὴ διαπίστωση ὅτι τὸ Κράτος τῆς Ἑλλάδας χρεωκόπησε μὲ δυσβάσταχτα δάνεια ἥδη ἀπὸ τὸ 1827, πρὶν κὰν τὴν ἰδρυτική του διακύρηξη τὸ 1830 μὲ τὸ Πρωτόκολλο τοῦ Λονδίνου, λίγοι ἀναφέρονται στὴν ἐπιβολὴ μιὰς νέας ταυτότητας στοὺς πολίτες αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Ἀπόγονοι τῶν Ῥωμαίων τοῦ 15ου αἰώνα, ἑλληνόφωνοι καὶ λατινόφωνοι Ῥωμηοί, καθῶς καὶ Ἀρβανίτες καὶ Σλαύοι, ὅλοι ἔπρεπε νὰ εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ Ἕλληνες πολίτες: ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ νὰ νιώθουν, σώνει καὶ καλά, ἀπευθείας ἀπόγονοι ἀρχαίων Ἑλλήνων, καὶ μάλιστα ὅχι ὅποιων καὶ ὅποιων, ἀλλὰ τῶν λαμπροτέρων Ἑλλήνων τῆς ἀρχαιότητας. Σὲ αὐτὸ συνήργησαν τὰ μανιφέστα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τῶν Ῥωμηῶν ποὺ τὰ ἀσπάστηκαν. Βέβαια, ἡ ἐξιδανίκευση αὐτὴ τῆς ἀρχαιότητας δὲν ἐπέτρεπε τὴν παραμικρὴ ἀναφορὰ σὲ χωρία ὅπως καὶ τὰ παρακάτω [7]:

Ἀριστόξενος δ’ ἐν τοῖς ἱστορικοῖς ὑπομνήμασί [fr. 83 FHG II 290] φησι Πλά-

τωνα θελῆσαι συμφλέξαι τὰ Δημοκρίτου συγγράμματα, ὁπόσα ἐδυνήθη συναγαγεῖν. @1

Ἀμύκλαν δὲ καὶ Κλεινίαν τοὺς Πυθαγορικοὺς [c. 54, 2] κωλῦσαι αὐτόν, ὡς οὐδὲν

ὄφελος• παρὰ πολλοῖς γὰρ εἶναι ἤδη τὰ βιβλία. καὶ δῆλον δέ• πάντων γὰρ σχεδὸν (60)

τῶν ἀρχαίων μεμνημένος ὁ Πλάτων οὐδαμοῦ Δημοκρίτου διαμνημονεύει,

ἀλλ’ οὐδ’ ἔνθα

ἀντειπεῖν τι αὐτῶι δέοι, δῆλον <ὅτι> εἰδὼς ὡς πρὸς τὸν ἄριστον αὐτῶι τῶν φιλοσό-

φων <ὁ ἀγὼν> ἔσοιτο• ὅν γε καὶ Τίμων τοῦτον ἐπαινέσας τὸν τρόπον ἔχει [fr. 46 D.]•

οἷον Δημόκριτόν τε περίφρονα, ποιμένα μύθων,

ἀμφίνοον λεσχῆνα μετὰ πρώτοισιν ἀνέγνων. (65)

ἤ στὸ χωρίο [19]:

…ἐποίει, οὐκ ἐνεῖναι λέγειν. εἰ δέ γε δοῦλος ἢ ὑποβολι-

μαῖος τὰ μὴ προσήκοντ’ ἀπώλλυε καὶ ἐλυμαίνετο, Ἡράκλεις

ὅσῳ μᾶλλον δεινὸν καὶ ὀργῆς ἄξιον πάντες ἂν ἔφησαν εἶναι.

ἀλλ’ οὐχ ὑπὲρ Φιλίππου καὶ ὧν ἐκεῖνος πράττει νῦν, οὐχ

οὕτως ἔχουσιν, οὐ μόνον οὐχ Ἕλληνος ὄντος οὐδὲ προσή- (5)

κοντος οὐδὲν τοῖς Ἕλλησιν, ἀλλ’ οὐδὲ βαρβάρου ἐντεῦθεν

ὅθεν καλὸν εἰπεῖν, ἀλλ’ ὀλέθρου Μακεδόνος, ὅθεν οὐδ’

ἀνδράποδον σπουδαῖον οὐδὲν ἦν πρότερον πρίασθαι…

Πῶς νὰ τὸ κάνουμε, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ δημιουργήσεις ἕναν κοινῶς ἀποδεκτὸ ἐθνικὸ μύθο, ἐκθέτοντας τὶς ἀμέτρητες ἀντιφάσεις τοῦ ἀρχαίου κόσμου, τὸν ὁποῖο συνηθίζουμε νὰ ἀντιμετωπίζουμε σὰν κάτι τὸ ἐνιαῖο. Πόσο εὔκολο εἶναι γιὰ ἔναν νεο-Ἕλληνα νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν ἐθνοκάθαρση (γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε σύγχρονη ὁρολογία) τῶν Τήιων σὲ βάρος τῶν “βαρβάρων΄΄ Θρακῶν, γιὰ νὰ ἰδρυθεῖ ἡ πόλη τῶν Ἀβδήρων; Θὰ δεχθεῖ ἄραγε ἀβίαστα, ὁ ὑπερήφανος γιὰ τὴν “λαμπρὴ καταγωγή΄΄ του νεο-Ἕλληνας, ὅτι ὁ Δημόκριτος, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀρχαῖοι φιλόσοφοι, τῆς πρώτης γραμμής, μυήθηκαν στὴν φιλοσοφία ἀπὸ Μάγους Χαλδαίους καὶ Πέρσες Σοφούς; Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ μὲ περισσότερα παραδείγματα, σὲ αὐτὸ τουλάχιστον τὸ ἄρθρο, διότι στόχος δὲν εἶναι νὰ ὑποτιμήσουμε τὸν ἀρχαῖο κόσμο, ἀλλὰ νὰ ἀναδείξουμε τὸν σκοταδισμὸ καὶ τὴν λογοκρισία ποὺ ἐπικρατεῖ, ὥς πρὸς τὴν ἀναφορά μας στὶς πηγὲς στὴν ὁλότητά τους καὶ στὶς αὐθεντικές μας Παραδόσεις. Λίγοι ἴσως γνωρίζουν ὅτι οἱ Βαυαροὶ διοικοῦντες τὸν τόπο προξένησαν ἐκτεταμένες καταστροφὲς σὲ ἀρχαιολογικοὺς χώρους στὴν τότε Ἕλλάδα, γιὰ νὰ ἀναδειχθεῖ μονοδιάστατα ἡ Κλασσική της κληρονομιά [21]!

Μὰ καὶ φυσικὰ δὲν ἐπιδιώκουμε, οὔτε στὸ ἐλάχιστο, νὰ ὑποτιμήσουμε τὸν ἀρχαῖο κόσμο: χωρὶς Ἀριστοτέλη ἄραγε θὰ ὑπήρχε Μεγαλέξανδρος; Χωρὶς τὸν Μεγαλέξανδρο πάντως μάλλον δὲν θὰ ὑπήρχαν τὰ βασίλεια τῶν Πτολεμαίων καὶ ὁ ἑλληνιστικὸς Κόσμος. Καὶ φυσικά, χωρὶς τὸν ἑλληνιστικὸ κόσμο δὲν θὰ ὑπήρχε Ῥωμαιοσύνη. Πρέπει ὅμως νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὁ ἀρχαῖος κόσμος καὶ τὰ ἐπιτεύγματά του ἀνήκουν πιὰ σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα [13] καὶ δὲν μπορεῖ κανεῖς νὰ διεκδικεῖ τὴν πατρότητά του: πόσο μάλλον ἄν αὐτὸς ποὺ τὴν διεκδικεῖ μυήθηκε στὴν νέα του ταυτότητα ἀπὸ τοὺς προτέκτορές του, τὰ “Πεφωτισμένα τῆς Ἑσπερίας Ἔθνη΄΄. Καλός μας φίλος, μοῦ προώθησε πρόσφατα ἱστοσελίδα μὲ τὸ προσωπικὸ σημειωματάριο τοῦ νεαροῦ Ἰσαὰκ Νεύτωνα, ὅταν αὐτὸς ἦταν φοιτητὴς στὸ Trinity College τοῦ πανεπιστημίου τοῦ Cambridge. Ἔνιωσα δέος καὶ συγκίνηση ἀνακαλύπτοντας ὅτι ὁ Νεύτωνας μποροῦσε νὰ γράψει (καὶ νὰ μιλήσει ἀπὸ ὅσο γνωρίζω!) σὲ ἄπταιστα ἑλληνικὰ καὶ λατινικά, ὅπως καὶ μεγάλο τμήμα τῆς σύγχρονής του διανόησης. Μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὁ Νεύτωνας Ἑλληνιστής; Μὰ καὶ φυσικὰ μπορεῖ, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο που ὑπήρξε Ἑλληνίστρια ἡ Ζακλὶν ντε Ρομιγί! Ῥωμηὸς ὅμως; Ἰδοὺ τὸ σημαντικὸ ἐρώτημα, ποὺ χρήζει ἄμεσης ἀπάντησης.

(…)

Εἶναι φανερὸ πὼς ἡ ἵδρυση ἑνὸς μεταπρατικοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους, στὰ 1830,  δὲν ἀποτελεῖ παρὰ τὴν τελικὴ πράξη ζυμώσεων πολλῶν δεκαετιῶν: ἡ κοραϊκὴ Μετακένωσις ἐπιβλήθηκε σὰν κρατικὴ ἰδεολογία καὶ ἀλλοτρίωσε συνειδήσεις. Ἕναν αἰώνα ἀργότερα, οἱ πρόσφυγες πρόγονοί μας, ἀπὸ τὸν Πόντο καὶ τὴν Μικρασία, θὰ βρίσκονταν ξένοι σὲ ἕναν τόπο “βέρων Ἑλλήνων΄΄, ὅπου ὁτιδήποτε μαρτυροῦσε ῥωμαϊκότητα θὰ θεωρούνταν πολιτιστικὴ κληρονομιὰ τῶν Ἰταλῶν καὶ τοῦ Βατικανοῦ: τῶν πνευματικῶν ἀπογόνων τῶν πάλαι ποτὲ Φράγκων τοῦ Καρλομάγνου δηλαδή…ἀπὸ τὴν ἄλλη, δὲν γνωρίζουμε τίποτα σήμερα γιὰ τὴν κακοποίηση τῶν Ἀρμανόπαιδων, λ.χ. στὴν ἀπελευθερωμένη Θεσσαλία, σὰν κάνανε νὰ μιλήσουνε τὴν νεο-λατινικὴ ἀρμάνικη (ῥωμαϊκὴ δηλαδὴ) διάλεκτό τους, στὸ σχολεῖο. Τί νὰ φόβιζε ἄραγε τόσο πολὺ τοὺς Κρατοῦντες; Τί νὰ πρωτοποῦμε καὶ γιὰ τοὺς πρόσφυγες ἀπὸ τὸν Πόντο καὶ τὴν Μικρασία: ἀντέχει ὁ μέσος πολίτης αὐτοῦ τοῦ τόπου νὰ ἀκούσει ὅλη τὴν ἀλήθεια γιὰ τὰ Πογκρὸμ τοῦ Μεταξᾶ; Μήπως δηλαδὴ γνωρίζει γιὰ αὐτὰ τὰ Πογκρόμ; Πάντως, αὐτὴν τὴν στιγμὴ ἔχει ἐπιστρατευτεῖ μέχρι καὶ πρώην Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας (!) μὲ ἀρθρογραφία πάνω στὸ θέμα, στὴν ὁποῖα στρογγυλεύει ἐπικίνδυνα τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, καὶ καλύπτει ἔμμεσα τὴν Κρατικὴ τυραννία, τονίζοντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦμε τὸν ὅρο “Ῥωμηός΄΄, διότι (ἄκουσον ἄκουσον!) εἶναι γλωσσικὸ ἀπομεινάρι τῆς ὑποτέλειας τῶν Ἑλλήνων στοὺς Ῥωμαίους. Μὰ σὲ ποιούς Ἕλληνες καὶ σὲ ποιούς Ῥωμαίους ἀναφέρεται, ὅ κατὰ τὰ ἄλλα σεβαστὸς Χ.Σ.; Γιὰ τοὺς σοβαροὺς μελετητὲς τῆς Ἱστορίας, μιὰ τέτοιου εἴδους ἀρθρογραφία, μὲ τὶς ἀμέτρητες ἀντεπιστημονικὲς ὑπεραπλουστεύσεις της, ἀγγίζει τὰ ὅρια τοῦ φθηνοῦ ἐρασιτεχνισμοῦ, ἄν δὲν τὰ ξεπερνᾶ.

(…)

Τὸ Γένος τῶν Ῥωμαίων, ἀπὸ τὰ Αὐτοκρατορικὰ Χρόνια Μέχρι τὰ Χρόνια τoῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ

Ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικοτέρους καὶ πολυγραφότατους αὐτοκράτορες “τῆς τῶν Ῥωμαίων Ἐπικρατείας΄΄ ὑπήρξε ὁ Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος, ὁ οποῖος (ὅπως καὶ οἱ προκάτοχοί του) δὲν ἀμφέβαλλε στιγμὴ γιὰ τὴν ῥωμαἱκὴ συνέχεια [2]:

“…πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἐπολιόρκουν ἀτακτοῦσαν καὶ ἀντιλέγουσαν,

ὡς ὁ Καῖσαρ Ἰούλιος, ὡς ὁ θαυμαστὸς Αὔγουστος, ὡς ὁ Τραϊανὸς ἐκεῖνος ὁ περιβόητος,

ὡς ὁ μέγας ἐν βασιλεῦσι Κωνσταντῖνος καὶ Θεοδόσιος καὶ οἱ μετ’ ἐκείνους τὸν χριστιανισμὸν καὶ τὴν θεοσέβειαν ἀσπασάμενοι. Οὐκ ἦν γὰρ εἰκός, βασιλέως ἐπὶ στρατοπέδου παρόντος, στρατηγὸν διατάττεσθαι• ὑφ’ ἡγεμόνας γὰρ καὶ ταξιάρχας ἐτέλουν

καὶ ὅλα τὰ τῶν πολέμων πράγματα ἐπὶ τῇ τοῦ βασιλέως βουλῇ ἀπεκρέ-

μαντο• καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἕνα καὶ μόνον τὸν βασιλέα ἑώρα. Ὅτε δὲ τοῦ

στρατεύειν οἱ βασιλεῖς ἀπεπαύσαντο, τότε καὶ στρατηγοὺς καὶ θέματα διω-

ρίσαντο.΄΄

Οἱ αὐτοκράτορες Μέγας Κωνσταντίνος καὶ μέγας Θεοδόσιος θεωροῦνται φυσικοὶ  διάδοχοι τοῦ Καίσαρα Αὐγούστου καὶ Ἱουλίου τοῦ Καίσαρος: νὰ μὴν παραξενέψει τὸν ἀναγνώστη ὅτι αὐτὴν τὴν ἐνότητα καὶ συνέχεια τὴν συναντοῦμε ἀκόμα καὶ σὲ γραπτὰ τοῦ 15ου  αἰώνα, καθῶς καὶ στὴν Τουρκοκρατία, σὲ γραπτὰ τοῦ 16ου αἰώνα, καὶ ἄς μὴν μᾶς ἔχουνε διδάξει ποτὲ τέτοια πράγματα στὴν δημόσιά μας ἐκπαίδευση.

“Καὶ εἰς τοῦτο κατέληξεν ἡ τῶν Ῥωμαίων ἀρχὴ μέχρι τῆς σήμε-

ρον. Νυνὶ δὲ στενωθείσης κατά τε ἀνατολὰς καὶ δυσμὰς τῆς Ῥωμαϊκῆς

βασιλείας καὶ ἀκρωτηριασθείσης ἀπὸ τῆς ἀρχῆς Ἡρακλείου τοῦ Λίβυος,

οἱ ἀπ’ ἐκείνου κρατήσαντες οὐκ ἔχοντες ὅποι καὶ ὅπως καταχρήσονται τῇ

αὑτῶν ἐξουσίᾳ, εἰς μικρά τινα μέρη κατέτεμον τὴν ἑαυτῶν ἀρχὴν καὶ

τὰ τῶν στρατιωτῶν τάγματα, μάλιστα ἑλληνίζοντες καὶ τὴν πάτριον καὶ

ῥωμαϊκὴν γλῶτταν ἀποβαλόντες.΄΄

Θεωρεῖ  λοιπὸν σημάδι παρακμῆς, ὁ Αὐτοκράτορας ποὺ ἔζησε στὸν 10ο αἰώνα, τὴν ὑποβάθμιση τῆς λατινικῆς γλώσσας στὴν ῥωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία. Διότι, μέχρι τότε, τόσο ἡ ἑλληνικὴ ὅσο καὶ ἡ λατινικὴ ἦταν οἱ γλώσσες τῶν Ῥωμαίων: γι’ αὐτὸ πολλὲς φορὲς, χωρίς διάκριση, τόσο ἡ μὲν ὅσο καὶ ἡ δὲ ἀποκαλοῦνται ῥωμαϊκὲς (ἡ τῶν Ῥωμαίων γλώσσα).

Ἡ ῥωμαϊκὴ συνείδηση ἀποτυπώνεται ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν ἐξόριστοι στὸ βασίλειο τῆς Νίκαιας (13ος αἰώνας), στὰ χρόνια τῆς Φραγκοκρατίας [3]:

“…κἀντεῦθεν ἵνα μὴ τοῖς ἐθνικοῖς

τούτοις ὀνόμασι περιγράφωνται, τῇ πρεσβυτέρᾳ Ῥώμη ἑτέρα

νέα ἀντῳκοδόμηται, ἵνα ἐξ οὕτω μεγίστων πόλεων κοινὸν

ἐχουσῶν τοὔνομα Ῥωμαῖοι πάντες κατονομάζοιντο καὶ ὡς τὸ

τῆς πίστεως κοινὸν οὕτως ἔχοιεν καὶ τὸ τῆς κλήσεως. καὶ

ὡς ἐκ Χριστοῦ ταὐτὸ τὸ τιμιώτατον ἔλαχον ὄνομα, οὕτω καὶ

τὸ ἐθνικὸν αὐτοῖς ἐπηγάγοντο. καὶ πάντα δὲ τὰ ἄλλα

ὑπῆρχε τούτοις κοινά, ἀρχαὶ νόμοι λόγοι βουλαὶ δικαστήρια,

αὐτὴ ἡ εὐσέβεια, οὐδὲν ὅτι μὴ κοινὸν Ῥωμαίοις τοῖς πα-

λαιοτέροις καὶ νεωτέροις.΄΄

Οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν μὴ ἐξιδεικευμένων (καὶ μὴ ἱστορικῶν, πάνω ἀπ’ ὅλα) ἀρθρογράφων, ποὺ ἀναφέρονται μὲ ἐσφαλμένο τρόπο στὸ Ἔδικτο τοῦ Καρακάλλα (ἀρχὲς 3ου αἰώνα μ.Χ.), δὲν γνωρίζουν ἤ δὲν κατανοοῦν ὅτι πρὶν τὸν Χριστιανισμό, στὰ πρώτα αὐτοκρατορικὰ χρόνια, ξεκίνησαν οἱ ζυμώσεις ποὺ ἔνωσαν τὸν Ἑλληνιστικὸ Κόσμο μὲ τοὺς Λατίνους, τοὺς Κέλτες, τοὺς Θράκες, καὶ ἄλλους πολλοὺς ὑπηκόους, ὥστε στὰ χρόνια τῆς ῥωμαϊκῆς εἰρήνης νὰ ἔχει ἤδη δημιουργηθεῖ ἡ ῥωμαϊκὴ ἐθνοτικὴ ὁμάδα. Τὸ Ἔδικτο τοῦ Καρακάλλα ἐπισημοποιοῦσε ἀπλὰ κάτι τὸ ὁποῖο ἀποτελοῦσε τὴν νέα τάξη πραγμάτων, ἐδῶ καὶ πολὺ καιρὸ μέσα στὴν Αὐτοκρατορία. Ἡ ῥωμαϊκὴ ταυτότητα δημιουργήθηκε πάνω στὰ θεμέλια τοῦ ἑλληνιστικοῦ καὶ λατινικοῦ κόσμου,  ἀφομοίωσε τὶς ἰουδαιοχριστιανικὲς παραδόσεις καὶ φύλαξε γιὰ πολλοὺς αἰῶνες τὴν αὐτοκρατορικὴ ῥωμαϊκὴ κληρονομιά. Τὴν αὐτοκρατορικὴ κληρονομιὰ διαδέχθηκε ἡ Πατριαρχικὴ μέριμνα, μέσα στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Ἀλλὰ καὶ πρὶν τὴν Τουρκοκρατία, ἡ ῥωμαϊκότητα δὲν ἀφοροῦσε μόνον τοὺς ὑπηκόους ποὺ διαβίωναν μέσα στὰ ὅρια τοῦ Βασιλείου [5]. Στὶς μέρες μας ψήγματα τῆς ῥωμαϊκότητάς μας βρίσκει κανεὶς στὶς Παραδόσεις, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα ποὺ μᾶς ἔχουνε ἀπομείνει, στὴν ἴδια μας τὴν ἰδιοπροσωπία: διότι ἡ ῥωμαϊκότητα δὲν ἀποτελεῖ ἀπλὰ ἐθνικὴ ταυτότητα, ἀλλὰ θέμα ὑπόστασης καὶ οὐσίας. Εἶναι τυχαῖα ἄραγε τὰ λόγια τοῦ Κυπρίου Ῥωμηοῦ ποιητή, Βασιλείου Μιχαηλίδη, ποὺ ἔζησε στὸν 19ο αἰώνα:

Ἡ Ῥωμηοσύνη ἔν φυλὴ συνότζιαρη τοῦ κόσμου.

Κανένας δὲν ἐβρέθηκεν γιὰ νὰ τὴν-ι-ξηλείψη.

Κανένας, γιατὶ σιέπει την ποὺ τάψη ὁ Θεός μου.

Ἡ Ῥωμηοσύνη ἔν νὰ χαθῆ, ὅντας ὁ κόσμος λείψη.

Εἶναι σημαντικὸ ἐπίσης νὰ γνωρίζει ὁ ἀναγνώστης, ὅτι δὲν εἶναι τυχαῖος οὔτε ὁ προσδιορισμὸς “Ῥοῦμ΄΄ άπὸ τοὺς Μουσουλμάνους κατακτητές, πρὸς τοῦς Ῥωμαίους ὑποδούλους οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσαν τὴν Ροῦμ Μιλλέτ, τὴν Ῥωμαϊκὴ Κοινότητα δηλαδή. Ἄλλωστε, σὲ σὲ πολλὰ ἰδιώματα διασώζεται καὶ στὶς μέρες μας ὁ προσδιορισμὸς Ῥωμαῖος ἤ Ῥωμηὸς (ποὺ ἀποτελεῖ ὑποκοριστικὸ τοῦ Ῥωμαῖος), ὅπως γιὰ παράδειγμα στὴν ῥωμαϊκὴ (Ῥούμτσα) ἑλληνικὴ γλώσσα τῶν Ποντίων (ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ γλώσσα ὁμιλεῖται ἀκόμη καὶ σήμερα ἀπὸ Μουσουλμάνους Ποντίους, στὴν Τουρκία) ἤ στὰ νεολατινικὰ τῶν ἀπανταχοῦ Ἀρμάνων (Romani – Armani σημαίνει Ῥωμαῖος στὶς λατινικὲς διαλέκτους), ἐντὸς κι ἐκτὸς Ἑλλάδος. Μελετώντας μουσικὰ κειμήλια, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἴώνα, ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Ῥωμυλία, τὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Μαύρης Θάλασσας, τῆς Μικρασίας, τῶν Δωδεκανήσων καὶ τῆς Κύπρου, διαπιστώνει κανεῖς πῶς οἱ ὅροι Ῥωμηός, Ῥωμηοσύνη, Ῥωμέικος, Ῥωμέικο ἦταν ζωντανοί: σὰν νὰ συνέβει κάτι (…) καὶ νὰ σβήστηκαν μὲ μιᾶς μέσα στὸ ἑλληνικὸ Κράτος! [22]

Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπογραμμιστεῖ πῶς ἀπὸ μιὰ σοβαρὴ ἀνάλυση δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀπουσιάζει ἡ ἀναφορὰ στὴν Τέχνη, στὴν κοινὴ ῥωμαϊκὴ Τέχνη, ποὺ σήμερα ὁνομάζουμε ἀδόκιμα καὶ ἀπερίσκεπτα “βυζαντινή΄΄ [23]. Ψηφιδωτά, φερειπεῖν, ὑψηλής αἰσθητικής, συναντοῦμε ἀπὸ τὴν Ῥαββένα (μεγάλο λιμάνι τῆς Αὐτοκρατορίας),  ὥς τὴν μακρινὴ ἔρημο τοῦ Σινᾶ καὶ ἀπὸ τὴν Γηραιὰ Ἀλβιώνα μέχρι τὴν Μαύρη Θάλασσα. Ἡ μουσική, ἡ ζωγραφική, ἐκκλησιαστικὴ καὶ κοσμική, ἀποτελοῦν κράμμα πολλῶν Παραδόσεων, σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. Δὲν εἶναι σωστὸ καὶ ἀκριβὲς νὰ βαπτίζουμε αὐτὴ τὴν τέχνη μονοδιάστατα “ἑλληνική΄΄. Θὰ ἦταν καλὸ νὰ ὑπάρξει ἐκτενὴς ἀρθρογραφία πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα, στὸ ἐγγὺς μέλλον. Ἀπλὰ θὰ ἀφήσω ἀνοιχτὰ τὰ ἐρωτήματα, γιὰ τὸν φιλομαθὴ καὶ φιλαλήθη ἀναγνώστη, πρὸς προβληματισμό: τί ἐνώνει ἄραγε τοὺς νωπογράφους τῆς ἑλληνιστικὴς καὶ ῥωμαϊκῆς Αἰγύπτου, μὲ τὸν Ἱωάννη τὸν Δαμασκηνὸ καὶ τὸν Δομήνικο Θεοτοκόπουλο [9]; Τὶ μπορεῖ νὰ ἐνώσει τὸν Ἱωάννη τὸν Κουκουζέλη καὶ τὸν Μανουήλ Χρυσάφη, μὲ τοὺς ἤχους ποὺ ἀκοῦμε ἀκόμη καὶ σήμερα στοὺς Ναούς μας, στὶς ἱερές Ἀκολουθίες, καὶ στὰ περισσότερα δημοτικά μας ἄσματα, τὰ ὁποῖα ὁμοιάζουν τόσο πολὺ μὲ τὰ ἀκούσματα ἄλλων βαλκανικῶν λαῶν, λαῶν τῆς Μαύρης Θάλασσας καὶ λαῶν τῆς βόρειας Ἀφρικῆς καὶ τῆς Μέσης Ἀνατολῆς; Εἶναι ὁ ἐξιδανικευμένος -καὶ φιλτραρισμένος ἀπὸ τὸν ῥομαντισμὸ- ἀρχαῖος ἑλληνικὸς κόσμος αὐτὸς ποὺ δημιουργεῖ συνδετικὲς γέφυρες μεταξὺ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέσα στοὺς αἰώνες, ἤ ἡ Ῥωμηοσύνη; Τί ἐνώνει τὸν Ἀββά Δανιήλ τῆς Σκήτεως μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ τὸν Ἰσαάκ τὸν Σύρο [15]; Μήπως εἶναι ἡ “ἑλληνικότητα΄΄, μὲ τὴν στενὴ (καὶ ἐξιδανικευμένη) ἐρμηνεία ποὺ δίνουμε σήμερα γιὰ τὴν ταυτότητα ὁλόκληρης τῆς ἀρχαιότητας; Ποιός εὐθύνεται γιὰ τὴν παγκοσμιότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας; Θὰ ἔγραφαν στὴν τῶν Ῥωμαίων γλώσσα, στὴν ἑλληνική, ὁ Βιτσέντζος Κορνάρος ἤ οἱ Φράγκοι συγγραφεῖς, φερειπεῖν τῶν μεσαιωνικῶν ἔργων Ἰλιάς, Χρονικὸν τοῦ Μωρέος, Ἰμπέριος καὶ Μαργαρώνα, ἄν δὲν ὑπήρχε ῥωμαϊκὴ Παγκοσμιότητα ἐπὶ τόσες ἐκατονταετηρίδες; Τί μαρτυροῦν τὰ ὀνόματα καὶ τὰ ἐπίθετά μας σήμερα; Γνωρίζει ἄραγε ὁ ἀναγνώστης τὴν ἀναφορὰ τοῦ Ἴωνα Δραγούμη στὴν πάλαι ποτὲ “μόδα΄΄, μετὰ τὴν ἴδρυση τοῦ ἑλλαδικοῦ Κράτους, νὰ δίνονται ἀρχαία ὀνόματα μὲ τὴν βάπτιση; Μέχρι τότε ὁ κόσμος δὲν φιλοσοφοῦσε ἰδιαίτερα τὸ ὄνομα ποὺ θὰ ἔδινε στὰ παιδιά του: λειτουργοῦσε μὲ γνώμονα τὶς Παραδόσεις καὶ τὸ Ἑορτολόγιο [14].

Τὸ Κράτος μας, μὲ τοὺς ὅρους ποὺ ἰδρύθηκε, ξεκίνησε τὴν ἀργὴ καὶ σταθερὴ ἀποδόμηση τῆς ῥωμαϊκότητας τῶν πολιτῶν του: κατόρθωσε, ἤδη ἀπὸ τὸν πρώτο αἰώνα τῆς ὕπαρξής του, νὰ συρρικνώσει ἔνα μεγάλο τμήμα τῆς Ῥωμηοσύνης μέσα στὰ στενὰ ἑλλαδικὰ ὅρια, καὶ νὰ δημιουργήσει ἔναν ἑλληνικὸ ἐθνικισμό, βασισμένο σὲ διάτρητες θεωρίες, ἀπαγορεύοντας (ἄλλοτε ἔμμεσα καὶ ἄλλοτε ἄμεσα) τὴν ὁποιαδήποτε νύξη περὶ ῥωμαϊκότητας. Σήμερα τὸ Κράτος αὐτὸ ἀποδομεῖται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς προτέκτορες ποὺ τὸ δημιουργήσαν (ἤ τουλάχιστον μεταλλάξαν μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Καποδίστρια, ἄν διαφωνεῖτε μὲ τὴν ἄποψη ὅτι τὸ δημιούργησαν στοχευμένα, γιὰ δικά τους συμφέροντα στὴν περιοχὴ) καὶ ἡ ἀντίσταση τῶν πολιτῶν εἶναι ἀπελπιστικὰ ἀσθενής: ὁ λόγος; Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντηση πρέπει νὰ ζητηθεῖ στὴ κρίση ταυτότητας, μὲ τοὺς ὅρους ποὺ τὴν περιγράφουμε σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο. Ἐπιφυλασσόμαστε νὰ ἐπανέλθουμε στὸ συγκεκριμένο θέμα στὸ μέλλον, μὲ συνέχιση τῆς ἀρθρογραφίας.

Περὶ τῆς Σύγχυσης τῶν Ἐννοιῶν

Εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ ἀναγνώστης ποὺ δὲν ἔχει μελετήσει σὲ βάθος ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀναφέρουμε, καλεῖται νὰ δουλέψει συστηματικὰ κι ἐπίπονα γιὰ νὰ κατανοήσει τὴν ὁρολογία ποὺ χρησιμοποιοῦμε, χωρὶς νὰ συγχέει τῆς ἔννοιες: ἡ Παιδεία ποὺ παρέχει τὸ ἑλληνικὸ Κράτος στοὺς πολίτες του καθρεφτίζει τὴν μεταπρατική του ὑπόσταση, μιᾶς καὶ ὅτι μάθαμε στὰ σχολειά μας εἶναι ὑπερβολικὰ στρογγυλεμένο. Ἄλλωστε ὅτι γνωρίζουμε γιὰ τὸν ἀρχαῖο κόσμο εἶναι φιλτραρισμένο ἀπὸ τὸν ῥομαντισμό, καὶ φτάνει διάτρητο πιὰ στὴν σύγχρονή μας ἐποχή. Σὲ αὐτὴ τὴν σύγχυση βοηθᾶ καὶ μεγάλη μερίδα νεο-Ἑλλήνων διανοουμένων οἱ ὁποίοι, προκειμένου νὰ ἐνισχύσουν τὴν κρατικὴ ἄποψη περὶ τῆς νεο-ἑλληνικὴς ταυτότητας, ἐρμηνεύουν τὶς πηγὲς κατὰ τὸ δοκοῦν. Σὲ αὐτοὺς δὲν κάνουμε διάκριση μεταξὺ διανοουμένων τοῦ ἐθνικιστικοῦ χώρου καὶ ἀντιστοίχων διανοουμένων τοῦ μηδενισμοῦ: καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ ἄκρα ζημιώνουν κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκθέσουμε ὅλα τὰ στοιχεῖα μὲ κάθε λεπτομέρεια σὲ ἕνα καὶ μόνο ἄρθρο: ἄν τὸ ἐπιχειρούσαμε,  στὸ τέλος θὰ καταλήγαμε στὴν συγγραφὴ πολλῶν καὶ ὀγκοδέστατων κειμένων. Θὰ προτείνουμε ὡστόσο, σὰν ἔνα ἀρχικὸ βοήθημα, τὴν μεταπτυχιακὴ διατριβὴ τοῦ ἐξαιρετικοῦ ἱστορικοῦ ἐρευνητῆ Χρήστου Μαλατρᾶ [5]. Ἐκεὶ ὁ ἀναγνώστης θὰ ξεκαθαρίσει ὅλες τὶς ἔννοιες, ποὺ ἐνίοτε συγχέονται στὸ μυαλὸ τοῦ μὴ ὑποψιασμένου καὶ μὴ ἐξειδικευμένου μελετητὴ τῆς ἱστορίας. Ὁ περιοριστικὸς ὅρος “ἔθνος΄΄, ποὺ ἐμφανίστηκε στὸν 18ο αἰώνα, δημιουργεῖ παρεξηγήσεις, ποὺ στοιχειώνουν ἀκόμη καὶ στὶς μέρες μας τὰ γραπτὰ τῶν ἐγχώριων διανοουμένων μας. Ὁ ὅρος “ἔθνοτικὴ ὁμάδα΄΄ εἶναι ἐπαρκέστερος κι ἐπιστημονικότερος γιὰ τὴν περιγραφὴ τῆς ῥωμαϊκότητας, ἡ ὁποία ἄλλωστε ἀσφυκτιεῖ μέσα στὰ στενὰ ὅρια τοῦ ἐθνικοῦ Κράτους (πόσο μάλλον ἄν αὐτὸ τὸ Κράτος εἶναι μεταπρατικό!).

Τὰ Λάθη τῶν νεο-Ἑλλήνων Ἀρθρογράφων (ποὺ βγάζουν Μάτι!)

Ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν ἄρθρων πολλῶν νεο-Ἑλλήνων ἀρθρογράφων, ποὺ ἀναφέρονται στὸ ψευδεπίγραφο “Βυζάντιο΄΄, βρίθουν λαθῶν. Τὰ λάθη αὐτὰ ἐντοπίζονται τόσο στὴν ἔλλειψη εἰδικῶν γνώσεων, τὴν σωστὴ ἐπιλογὴ πηγῶν καὶ συλλογὴ στοιχείων, ὅσο καὶ στὴν ἐρμηνεία καὶ ἐπεξεργασία τῶν ἱστορικῶν δεδομένων μὲ ἀκατάλληλες μεθόδους. Ὁ ἱστορικός Timothy Duff, καθηγητὴς στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Reading στὴν Ἀγγλία, μοῦ ἀπάντησε, πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια σὲ ἐρωτήσεις μου γιὰ τὸν ψευδο-Σφραντζή, ὅπου μεταξὺ ἄλλων μοῦ ἔγραψε τὶς ἀκόλουθες πολύτιμες συμβουλές [10]:

On the first question, you are quite right to point to an increasingly large danger that comes with the expansion of the internet. I think there are two issues. One is the general one that not everything (or perhaps, very little) that one finds on the internet is reliable or up to date. The general reader, or students searching for information, can easily be misled, unless they are able to evaluate what they find. Secondly, and more specific to the question of ancient or medieval Greek literature, there is little awareness on behalf of the general public, or students, about the way in which our texts of Greek authors have been improved over time through study of the manuscripts, a greater understanding of the language of that period, etc. Thus it makes a huge difference whether one uses a text of the early nineteenth century (like the one you found) or, if one is available, a more modern edition. The two problems reinforce each other because of the fact that old, out of date, editions, are being digitised and made freely available.

Καὶ συνεχίζει:

The scholarly community is of course aware of both of these problems. In fact, there is a reliable digital collection of Greek literature, which aims at complete coverage of everything written in Greek, and now goes up to 1453 (though there are still some gaps). This is called the Thesaurus Linguae Graecae, and is based in the University of California. It uses the most up to date editions (and gives full information on which editions it uses for each author or work). One can read or browse, but can also search for terms or combinations of terms, within particular authors or works, within particular periods, or even across the whole corpus.

The TLG make a few texts available online free, but otherwise access is by subscription. Most universities with a department of Classics, Greek, etc. will have a subscription. This is definitely the most reliable way to find texts online, and has in many ways revolutionised the study of Greek literature. For serious study, however, one still needs to look at actual modern printed editions, as the TLG does not give an apparatus criticus with information on variant readings, and of course only digitises a single edition (in many authors, different editions may print slightly different texts).

Θὰ ἤθελα νὰ ὑπογραμμίσω, στὰ πάραπάνω, ὅτι ὁ μὴ ὑποψιασμένος ἀρθρογράφος ἐπιλέγει συχνὰ ἀκατάλληλες πηγὲς (ὅπως λ.χ. ψευδεπίγραφα κείμενα), θεωρώντας πῶς τὸ κύρος τοῦ συγγραφέα ἐνὸς ἀπανθίσματος πηγῶν ἐξασφαλίζει καὶ τὴν ἐγκυρότητα τῶν πηγῶν. Παλιότερα, σὲ εὐγενική της ἀπάντηση σὲ ἐρωτήσεις μου πάνω σὲ συγκεκριμένη πηγή, ἡ καθηγήτρια κ. Μ. Παντελιά, πρόεδρος τοῦ TLG, μοῦ κατέστησε σαφὲς ὅτι μόνον ἐπιστημονικὲς ἐκδόσεις, ποὺ ὑφίστανται κρίση (critical edition) ἀπὸ ἐπιστημονικὸ συμβούλιο (editorial board) μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ἔγκυρες.

Ἀκριβῶς γιὰ τοὺς παραπάνω λόγους ὑφιστάμεθα ἔναν κατακλυσμὸ ἄρθρων στὸ διαδίκτυο, τὰ ὅποῖα εἶναι ἄκρως παραπλανητικά. Φερειπείν, ἀποσπάσματα τοῦ Chronicon Maius τοῦ ψευδο-Σφραντζὴ (Μακαρίου Μελισσηνοῦ/Μελισσουργοῦ)  ἀναπαράγονται ἀβίαστα, ὥς χωρία παρμένα ἀπὸ τὸ γνήσιο χρονικὸ (Chronicon Minus) τοῦ Γ. Σφραντζή. Λόγου χάριν, ὁ “τελευταῖος λόγος΄΄ τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου βρίσκεται ἀποκλειστικὰ στὸν ψευδο-Σφραντζή (16ος αἰώνας), κι ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι ἀποτελεῖ πιστὴ μετάφραση ἀπὸ τὸ λατινικὸ κείμενο τοῦ Γενοβέζου ἐπισκόπου Λεονάρδου τοῦ Χίου [16],[17], ἐνῶ ὁ τελευταῖος, μὲ τὴν σειρά του, ἔχει γράψει πολλὰ παραπλανητικὰ στοιχεῖα γιὰ τὰ τεκταινόμενα πρὶν καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν Ἄλωση τοῦ 1453. Ἡ βιβλιογραφία εἶναι ὀγκώδης, κι ἐπιφυλασσόμαστε νὰ γράψουμε ξεχωριστὸ ἄρθρο πάνω σ΄ αὐτὸ τὸ θέμα, πάνω στὰ ψευδεπίγραφα κείμενα δηλαδή. Καὶ ὅμως, σὲ ἐπετειακὰ ἄρθρα, ὁμιλίες, ἐκμπομπὲς σὲ ῥαδιοφωνικοῦς σταθμούς καὶ σὲ συγγράμματα ἐρασιτεχνῶν τῆς ἱστορικῆς ἐπιστήμης, διακρίνουμε τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια λάθη. Γιατί; Μήπως διότι ὁ ἐπιστημονικὸς λόγος καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ μέθοδος ἀπουσιάζουν ἀκόμα καὶ σήμερα ἀπὸ τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο; Θὰ διατυπώσω κάτι πικρό: πολλοὶ προβεβλημένοι “διανούμενοί΄΄ μας φοβούνται τὴν ἐπιστημονικὴ κρίση, διότι ἀποκαλύπτει λάθη σὰν καὶ αὐτὰ ποὺ ἀναφέραμε. Γι΄ αὐτὸ προτιμοῦν νὰ ὑποτιμοῦν τὸν ἐπιστημονικὸ λόγο, καὶ βρίσκουν καταφύγιο στὴν θρησκοληψία (ἀναφορὰ σὲ Γέροντες, Ἁγίους, κλπ., καὶ κατασυκοφάντηση τῆς Ἐπιστήμης) ἤ στὴν ψευδο-φιλοσοφία [8].

Ἔνα ἄλλο πρόχειρο παράδειγμα εἶναι ἡ ἀναφορὰ στὸν Ἱωάννη Γ΄ Δούκα, τὸν ἐπονομαζόμενο καὶ Βατάτζη. Δὲν ἐπιλέγω τυχαία αὐτὸ τὸ πρόσωπο, διότι ὰποτελεῖ ἐκπληκτικὸ γεγονὸς ὅτι ἀκόμα καὶ πολὺ σοβαρὰ ἄτομα (!) ἀναπαράγουν ῥήσεις Γερόντων περὶ “μαρμαρωμένου βασιλιά΄΄ (ποὺ τελευταία τὸν ἐντόπισαν στὸν Ἱωάννη Γ΄ Δούκα), ἐμπλουτισμένες μὲ πολὺ φαντασία, ποὺ θὰ τὴν ζήλευαν  καὶ οἱ παραγωγοὶ σεναρίων στὸ Χόλυγουντ…Δὲν θὰ ἐπεκταθοῦμε σὲ αὐτὰ τὰ ἀπίστευτα ποὺ διαχέονται τοὺς τελευταίους μήνες, ἀπὸ κατὰ τὰ ἄλλα (μέχρι πρότινος τουλάχιστον) σοβαροὺς ἀνθρώπους: θὰ σταθοῦμε μόνο σὲ μιὰ ἐπιστολή. Μιὰ συγκεκριμένη ἐπιστολὴ τοῦ βασιλέως, ποὺ φέρεται νὰ ἀπέστειλε στὸ Βατικανό, ἀπευθυνόμενος στὸν Πάπα Γρηγόριο Θ΄, ἀποτελεῖ μέχρι καὶ σήμερα σημεῖο τριβῆς γιὰ τοὺς ἐξειδικευμένους ἱστορικούς, διότι ἀμφισβητεῖται ἡ γνησιότητά της ἀπὸ ἀρκετούς. (Σημειώσατε ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα προβλήματα στὴν ἱστορικὴ ἔρευνα ἀποτελοῦν οἱ πλαστογραφήσεις, ποὺ φαίνεται πῶς ἀποτελοῦσαν “χόμπυ΄΄ στὰ χρόνια τοῦ Μεσαίωνα.) Ἔνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους “βατατζικοὺς΄΄ τῆς ἐποχῆς μας, ὁ καθηγητὴς John Langdon, δὲν εἶναι πεπεισμένος γιὰ τὴν γνησιότητα τῆς ἐπιστολής, οὔτε συμφωνεῖ σὲ ὅλα τὰ σημεία μὲ τὴν προσπάθεια ὑπεράσπισης τῆς γνησιότητάς της ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ V. Grumel (δεκαετία τοῦ 1930). Ἀκριβῶς γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο δὲν ὑπάρχει μέχρι αὐτὴ τὴν στιγμὴ  κριτικὴ ἐπιστημονικὴ ἔκδοση (critical edition) τῆς συγκεκριμένης  ἐπιστολῆς, ποὺ νὰ ἀποδεικνύει ἄν εἶναι γνήσια ἤ ἀποτέλεσμα πλαστογράφησης. Οἱ ἀρθρογράφοι ποὺ τὴν διαχέουν στὸ διαδίκτυο, μὲ ἄρθρα πάνω στὰ ἄρθρα καὶ ἄκρως ἀποπροσανατολιστικὲς ἀναλύσεις, δανείζονται τὸ κείμενο ἀπὸ τὴν “Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ΄΄, τοῦ Ἀ. Βακαλόπουλου, καὶ διαιωνίζουν τὴν ἡμιμάθεια στὸν τόπο μας. Δὲν ἔχουν μάθει νὰ διασταυρώνουν πηγές, οὔτε παρακολουθοῦν τὶς ἐξελίξεις στὸν χῶρο τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας.

Εἶναι σημαντικὸ δὲ νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ στὸν λανθασμένο τρόπο χρήσης τῶν αὐθεντικῶν πηγῶν καὶ τὸν ἐπιστημονικὰ ἀποδεκτῶν ἐκδοχῶν τῶν ἀρχαίων κειμένων. Γιὰ παράδειγμα, ἡ ἀναφορὰ σὲ κείμενα ὅπως τῶν Μιχαήλ καὶ Νικήτα Χωνιάτη, τῆς Ἄννας Κομνηνής, καὶ κάποιων ἄλλων λογίων ποὺ ἔζησαν λίγο πρὶν καὶ λίγο μετὰ τὴν 4η Σταυροφορία, γίνεται γιὰ νὰ “ἀποδειχθεῖ΄΄ ἡ συνέχεια τοῦ “Ἑλληνισμοῦ΄΄, ἀπὸ σκόρπιες ἀναφορὲς σὲ Ἕλληνες, ἀπομονόνωντας φράσεις, χωρὶς αὐτὲς νὰ τίθενται μέσα στὸ ἰδιαίτερο πλαίσιό τους. Δὲν καταλαβαίνουν δυστυχῶς, οἱ ἀνυποψίαστοι ἀρθρογράφοι, οὔτε τὴν γλώσσα τῆς ἐποχῆς, ὁπότε καὶ τὴν ἐτυμολογία κάθε λέξης, οὔτε φαίνεται νὰ ἔχουν συναίσθηση τῆς ῥητορικῆς τῆς συγκεκριμένης ὁμάδας λογίων, ἀπέναντι στοὺς λατινοφώνους Φράγκους (κατακτητὲς πιὰ καὶ στὴν Ἀνατολή). Γιὰ μιὰ ἐκτενὴ ἔκθεση, περιγραφὴ καὶ κριτικὴ ἀνάλυση αὐτῶν τῶν χωρίων παραπέμπουμε στὶς ἐργασίες [5], [6]. Εἴμαστε εὐτυχεῖς γιὰ τὸ ὅτι ὁ 12ος καὶ 13ος αἰώνας βρίθουν πηγῶν, ὁπότε δὲν θὰ πρέπει νὰ μᾶς ξενίζει ἡ ἐπίπονη προσπάθεια τοῦ Γ. Γεμιστοῦ/Πλήθωνος, δύο αἰώνες ἀργότερα, νὰ μεταδώσει τὴν ἀρχαιολατρεία του στὴν Αὐλή, ποὺ παρέμενε ἀγιάτρευτα ῥωμαϊκή. Ἡ ἀρχαιολατρεία πάντως βρήκε εὔφορο ἔδαφος στὸν Οἴκο τῶν Μεδίκων, μέσω τοῦ νεο-πλατωνισμοῦ, ποὺ ἤρθε σὰν μάννα ἐξ οὔρανοῦ στὴν ἀκινάτεια καὶ μονοδιάστατα ἀριστοτελικὴ ἰταλικὴ διανόηση: ὁ ἀρχαῖος κόσμος καὶ τὰ ἐπιτεύγματά του ἦταν ἀναγκαία στὸν κόσμο τῆς Δύσης, διότι ὁ Χριστιανισμὸς τῶν Φράγκων δὲν ἔνωσε ποτέ, παρὰ διαίρεσε τοῦς ἀνθρώπους στὴν ψευδεπίγραφη “Ἁγία Ῥωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία΄΄ ποὺ ἴδρυσε ὁ Φράγκος κατακτητὴς Καρλομάγνος. Ὑπάρχουν, δυστυχῶς, ἀκαδημαϊκοὶ στὸν τόπο μας ποὺ ἀδυνατοὺν νὰ διακρίνουν τὶς θεμελιώδεις διαφορὲς μεταξὺ τῶν δύο Ἑκκλησιῶν, καὶ συχνὰ συγχέουν τὸν φραγκικὸ Μεσαίωνα μὲ τὸ “Βυζάντιο΄΄. Δὲν θὰ ἐπεκταθοῦμε σὲ αὐτό. Ἀφήνουμε στὸν ἀναγνώστη νὰ κρίνει τὴν ἐπιπόλαια καὶ ἀσπούδαστη ῥήση τοῦ μακαριστοῦ Κορνηλίου Καστοριάδη (αὐτοῦ τοῦ κατὰ τὰ ἄλλα μεγάλου φιλοσόφου τοῦ 20ου αἴώνα) ὅτι “ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα γέννησε διανοητές, ἐνῶ τὸ Βυζάντιο ἐρμηνευτές΄΄ [11]. Πόσο εὔκολα πετάμε στὰ σκουπίδια αἰώνες ἱστορικῆς πραγματικότητας, καὶ προτιμοῦμε νὰ ζοῦμε μὲ ψευδαισθήσεις. Σημειώστε καὶ τὸ ἐξής, ποὺ πολὺ μὲ συνεπαίρνει, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ τὸ πραγματευτῶ σὲ ξεχωριστὸ ἄρθρο: δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς προξενεῖ ἐντύπωση ἡ ἀπήχηση ποὺ εἴχαν οἱ Ῥωμαίοι πρόσφυγες/μετανάστες, στὴν φραγκικὴ Δύση; Ὁ πολιτισμὸς ποὺ μετέφεραν στὴν Ἰταλία ἀκολουθοῦσε μιὰ Παράδοση ποὺ περνοῦσε μέσα ἀπὸ τὰ ἑλληνιστικὰ χρόνια, καὶ σμιλεύτηκε μέσα στὰ χρόνια τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Γνωρίζουμε τί διδάσκονταν οἱ Ῥωμαίοι φοιτητὲς στὸ Πανσπουδαστήριον; Ἀκόμα καὶ στὸν 15ο αἰώνα πάντως, ἡ σχολὴ Μηχανικῆς, στὴν Κωνσταντινούπολη, ἦταν φημισμένη γιὰ τὸ ἐπίπεδό σπουδῶν ποὺ παρεῖχε: ἐκεῖ φέρεται νὰ σπούδασε καὶ ὁ Οὔγγρος μηχανικὸς Οὐρβανός, ποὺ ἐφηῦρε τὸ μεγάλο κανόνι τὸ ὁποῖο κατέστρεψε τὰ τεῖχη τῆς Πόλης. Ἰδιαίτερη ἐντύπωση μοῦ ἔχει προξενήσει καὶ ἡ περίπτωση τοῦ μεγάλου μαθηματικοῦ Φραγκίσκου Μαυρολύκου (Francisco Maurolycus), ὁ ὁποῖος ἦταν γόνος Κωνσταντινουπολιτῶν προσφύγων, κι ἔζησε στὴν ἀναγεννησιακὴ Ἰταλία. Ξεφύλλιζα τὴν ἀριθμητική του (Arithmeticorum), κι ἔνιωσα ῥίγη συγκίνησης, βλέποντας ὅτι οἱ γνώσεις μας στὴν σύγχρονη θεωρία ἀριθμῶν πατοῦν γερὰ σὲ θεμέλια ποὺ παρουσιάζει στὰ ἔργα του. Ἐρώτηση: μήπως ἡ γνώση αὐτὴ, ποὺ μεταφέρθηκε στὴν ἀναγεννησιακὴ Ἰταλία ἀπὸ τοῦς “Βυζαντινοῦς΄΄, ἀποτελεῖ τὴν “χαμένη΄΄ γνώση τοῦ “σκοτεινοῦ Βυζαντίου΄΄; Μήπως κάποια πράγματα τὰ ἔχουμε ὅντως διδαχθεῖ μὲ λάθος τρόπο στὴν ἐποχὴ τοῦ ῥομαντισμοῦ, ἀπὸ τοὺς προτέκτορές μας, τὰ “Πεφωτισμένα τῆς Ἑσπερίας Ἔθνη΄΄ καὶ τοὺς “Εὑρωλιγούρηδες΄΄ Ῥωμηούς (γιὰ νὰ κάνουμε καὶ μιὰν ἀναφορὰ στὸν Ζουράρι);

Μὲ τὶς Εὐλογίες τοῦ Μεταπρατισμοῦ

Συμπερασματικά, ἡ σχετικὰ σύγχρονη σύλληψη τῆς ἰδέας τοῦ Ἔθνους-Κράτους πολτοποίησε πολιτισμούς, τοὺς “φυλάκισε΄΄ μέσα σὲ στενὰ ἐδαφικὰ ὅρια καὶ δημιούργησε ἐθνικοὺς μύθους, ἔχοντας ἐξασφαλίσει βεβαίως τὴν σθεναρὴ ὑποστήριξη ἰκανοὺ ἀριθμοὺ διανοουμένων. Νομίζω ὅτι στὶς κρίσιμες μέρες ποὺ διανύουμε, δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος μὲ τὴν στοιχειώδη κρίση ποὺ νὰ μὴν συμφωνεῖ ὅτι ἡ ἐγχώρια διανόηση ἐλέγχεται κι ἐξυπηρετεῖ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὸ σύστημα ποὺ τὴν δημιούργησε.  Ἡ ἄμυνά μας ἀπέναντι σὲ αὐτὸν τὸν βραχνά: ὁ ἐπιστημονισμός, ἡ μελέτη τῶν πηγῶν, ἡ ἔρευνα, ἡ στοιχειωθέτηση τῶν ἐπιχειρημάτων μας, μὲ ὅρους σὰν καὶ αὐτοὺς ποὺ θέτει ὁ καθ. Timothy Duff, ποὺ ἐκθέσαμε στὴν προηγούμενη παράγραφο. Ἀπαιτεῖται κόπος καὶ ἀρκετὴ ὑπομονὴ, γιὰ νὰ ἀφαιρέσει κανεὶς τὸ κάτοπτρο τοῦ Διαφωτισμοῦ, καὶ νὰ ἐρμηνεύσει τὸ ἱστορικὸ παρελθὸν θωρώντας το εὐθέως, χωρὶς τὴν παραμορφωτικὴ ἐπίδραση τοῦ Ῥομαντισμοῦ.

ΜΕΡΟΣ Β΄

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κούρασα τὸν ἀναγνώστη, χρονιάρες μέρες: ὅμως σκεφθῆτε το καλύτερα, δὲν εἶναι προτιμότερη ἡ ἀφύπνιση τῶν νέων ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν ἀδράνεια; Μπορεῖ νὰ ἐνοχλεῖ ἡ μαχητικότητά μας, ὅμως τὸ μέλλον μας ἀνήκει σὲ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους.

Ῥωμαϊκὰ Χριστούγεννα, διὰ Χειρὸς Κωνσταντίνου Ζ΄ τοῦ Πορφυρογεννήτου

Γιὰ νὰ ἀλλάξω κλίμα, καὶ γιὰ νὰ μποῦμε στὸ κλίμα τῶν Ἁγίων ἡμερῶν ποὺ διανύουμε, θὰ ἀποφορτίσω τὸ γραπτό μου ἀπὸ τὸν δικαιολογημένο θυμό, κάνοντας ἀναφορὰ στὶς αὐλικὲς τελετές, ὅπως διασώζονται ἀπὸ τὴν πένα τοῦ Κωνσταντίνου Ζ΄ τοῦ Πορφυρογεννήτου [4]. Θὰ δροσιστεῖ ἡ ψυχὴ τοὺ ἀναγνώστη ἀπὸ τὰ νόστιμα ἑλληνικά, στὰ ὁποῖα ἔχουν ἐνσωματωθεῖ πολλὲς λατινικὲς λέξεις. Θεώρησα καλὸ νὰ παραθέσω ὁλόκληρο τὸ τυπικὸ τῆς τελετής. Στὸ δεύτερο τμῆμα ποὺ παραθέτω, θὰ ἐντυπωσιάσει ἡ συνύπαρξη τῆς λατινικὴς μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ὅπως συνέβαινε ἀπὸ τὰ πρώτα αὐτοκρατορικὰ χρόνια, καὶ γιὰ πολλοὺς αἰώνες. Γιατὶ δὲν γίνεται ποτὲ ἀναφορὰ σὲ αὐτὸ τὸ μεγαλεῖο; Πρὸς τί ἡ ἀποσιώπηση καὶ ἡ ταφὴ στὴν λήθη…

Ἀπολαύστε τὸ κείμενο, χωρὶς τὶς ἐνοχλητικές μου παρεμβάσεις: θὰ σᾶς κουράσω γιὰ μιὰ τελευταία φορὰ μὲ ἕναν μικρὸ ἐπίλογο, στὸ τέλος!

Ἄκτα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. (2t)

Ἐξιόντων τῶν δεσποτῶν ἀπὸ τοῦ παλατίου εἰς τὴν (3)

προέλευσιν καὶ τῆς εἰωθυίας πάσης τάξεως ἐπακολου-

θούσης, γίνεται πρώτη δοχὴ εἰς τὸ Τριβουνάλιον, ἤγουν (5)

εἰς τοὺς Λύχνους, καὶ δέχεται κἀκεῖσε ὁ δημοκράτης

τῶν Βενέτων, ἤγουν ὁ δομέστικος τῶν σχολῶν, μετὰ

καὶ τοῦ περατικοῦ δήμου τῶν Βενέτων, καὶ μήπω τῶν

δεσποτῶν φθασάντων ἐκεῖσε, λέγουσιν οἱ κράκται τὴν

φωνήν, ἦχ. γʹ• «Ἀστὴρ τὸν ἥλιον προμηνύει ἐν Βηθλεὲμ (10)

Χριστὸν ἀνατείλαντα ἐκ παρθένου.»

Δοχὴ αʹ. Καὶ δὴ τῶν δεσποτῶν ἐρχομένων καὶ ἱσταμένων

εἰς τὸν εἰωθότα τόπον τῆς αὐτῶν στάσεως, ἤγουν εἰς τὴν

καμάραν, λέγουσιν οἱ κράκται• «Πολλά, πολλά, πολλά». Ὁ

λαός• «Πολλὰ ἔτη, εἰς πολλά». Καὶ πάλιν οἱ κράκται• (15)

«Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι ἡ ἔνθεος βασιλεία.» Φθογγεῖ καὶ ὁ

λαὸς ἐκ τρίτου• «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι.» Οἱ κράκται•

«Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, οἱ θεράποντες τοῦ Κυρίου.» Φθογγεῖ

καὶ ὁ λαὸς ἐκ τρίτου• «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι.» Οἱ κράκται•

«Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα αὐτοκράτορες (20)

Ῥωμαίων.» Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ τρίτου• «Πολλοὶ ὑμῖν

χρόνοι.» Οἱ κράκται• «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι ὁ δεῖνα καὶ

ὁ δεῖνα αὐγοῦσται τῶν Ῥωμαίων.» Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς @1

(30.) ἐκ τρίτου• «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι.» Οἱ κράκται• «Πολλοὶ

ὑμῖν χρόνοι σὺν ταῖς αὐγούσταις καὶ τοῖς πορφυρογεν-

νήτοις.» Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἅπαξ• «Πολυχρόνιον

ποιήσῃ ὁ Θεὸς τὴν ἁγίαν βασιλείαν σας εἰς πολλὰ ἔτη.»

Δοχὴ βʹ, πρὸ τῶν πυλῶν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἤγουν (5)

εἰς τὰς Σχολάς. Δέχεται ἐκεῖσε ὁ δημοκράτης τῶν

Πρασίνων, ἤγουν ὁ ἐκσκούβικος, μετὰ τοῦ περατικοῦ

δήμου τῶν Πρασίνων, καὶ μήπω τῶν δεσποτῶν φθασάν-

των ἐκεῖσε, λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. γʹ•

«Ὁ ἀμήτωρ ἐν οὐρανοῖς, ἀπάτωρ τίκτεται ἐπὶ τῆς (10)

γῆς.» Ἄλλο• «Ὁ φυτουργὸς τῶν ἀνθρώπων φιλάν-

θρωπος καταδέχεται ἄνθρωπος γεννηθῆναι.» Καὶ δὴ

τῶν δεσποτῶν ἐρχομένων καὶ ἱσταμένων εἰς τὸν εἰωθότα

τόπον τῆς αὐτῶν στάσεως, ἤγουν εἰς τὴν καμάραν,

λέγουσιν οἱ κράκται• «Πολλά, πολλά, πολλά». Ὁ λαός• (15)

«Πολλὰ ἔτη, εἰς πολλά.» Οἱ κράκται• «Πολλοὶ ὑμῖν

χρόνοι, ἡ ἐκλογὴ τῆς Τριάδος.» Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ γʹ•

«Ἅγιε.» Οἱ κράκται• «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, ὁ δεῖνα

καὶ ὁ δεῖνα αὐτοκράτορες Ῥωμαίων.» Φθογγεῖ καὶ ὁ

λαὸς ἐκ τρίτου• «Ἅγιε». Οἱ κράκται• «Πολλοὶ ὑμῖν (20)

χρόνοι, οἱ θεράποντες τοῦ Κυρίου.» Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς

ἐκ γʹ• «Ἅγιε.» Οἱ κράκται• «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, ὁ

δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα αὐγοῦσται τῶν Ῥωμαίων.» Φθογγεῖ

καὶ ὁ λαὸς ἐκ γʹ• «Ἅγιε.» Οἱ κράκται•

«Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι, δεσπόται, σὺν ταῖς αὐγούσταις καὶ τοῖς (25)

πορφυρογεννήτοις.» Φθογγεῖ καὶ ὁ λαός• «Πολυ-

χρόνιον ποιήσῃ ὁ Θεὸς τὴν ἁγίαν βασιλείαν σας εἰς

πολλὰ ἔτη.»

Δοχὴ γʹ, ἔνδοθεν τῆς Χαλκῆς• δέχεται ἐκεῖσε ὁ δημο-

κράτης τῶν Βενέτων, ἤγουν ὁ δομέστικος τῶν σχολῶν, (30)

μετὰ τοῦ περατικοῦ δήμου τῶν Βενέτων, καὶ μήπω τῶν

δεσποτῶν φθασάντων ἐκεῖσε, λέγουσιν οἱ κράκται τὴν @1

(31.) φωνήν, ἦχ. γʹ• «Σειρὰς ῥηγνύων τῆς ἁμαρτίας σπαργα-

νοῦται Θεὸς ἐν φάτνῃ.» Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα

ᾄδονται παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ

ἐν ταῖς λοιπαῖς δοχαῖς.

Δοχὴ δʹ, ἔξωθεν τῆς Χαλκῆς• δέχεται ἐκεῖσε ὁ δήμαρχος (5)

τῶν Βενέτων μετὰ τοῦ δήμου τοῦ Λευκοῦ, καὶ λέγουσιν

οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. γʹ• «Ἀστὴρ προτρέχει καὶ

λάμπει ἐν σπηλαίῳ, τὸν Δεσπότην τοῦ ἡλίου τοῖς μάγοις

καταμηνῦσαι• βρέφος γὰρ ὤφθη, καὶ σὰρξ ἐκ τῆς Παρθέ-

νου, τὴν παλαιὰν παρακοὴν τοῦ Ἀδὰμ ἐξαφανίζων. Αὐτὸς (10)

τὸ κράτος ὑμῶν, δεσπόται, εἰς μῆκος χρόνων φυλάξῃ

εἰς ἀνέγερσιν Ῥωμαίων.» Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα

ᾄδονται παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ

ἐν τῇ αʹ δοχῇ εἴρηται.

Δοχὴ εʹ, εἰς τὸν λεγόμενον Ἀχιλλέα, πλησίον τῆς (15)

μεγάλης πύλης τῆς Μελέτης• δέχεται ἐκεῖσε ὁ δήμαρχος

τῶν Πρασίνων μετὰ τοῦ δήμου τοῦ Ῥουσίου, καὶ λέγουσιν

οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. αʹ• «Ὁ ἀμήτωρ ἐν οὐρανοῖς•

ἀπάτωρ τίκτεται ἐπὶ τῆς γῆς.» Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας

ἄκτα ᾄδονται παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς (20)

καὶ ἐν ταῖς λοιπαῖς δοχαῖς.

Δοχὴ ϛʹ, εἰς τὸ ὡρολόγιον τῆς Ἁγίας Σοφίας• δέ-

χονται ἐκεῖσε ὁ δήμαρχος τῶν Βενέτων μετὰ τοῦ δήμου

τοῦ Λευκοῦ, καὶ λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. γʹ•

«Τὸν ἐν Ἐδὲμ παράδεισον ἠνέῳξεν ἐν Βηθλεὲμ ἡ (25)

Παρθένος, ἐξ ἧς ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς ἡμῶν εὐδόκησε

τεχθῆναι• σαρκωθεὶς γὰρ ἐξ αὐτῆς φιλανθρώπως τῆς

πικρᾶς ἠλευθέρωσεν ἡμᾶς γεύσεως τῆς ἁμαρτίας• τὸν

γλυκασμὸν τῆς ἀφάτου αὐτοῦ μεγάλης ἐξουσίας καὶ τὴν

ἐν κρυφίῳ τρυφὴν ἐξ αὐτῆς Σωτῆρα ἡμῶν εὑρηκότες, (30)

σύμφοιτοι γεγόναμεν τῆς θείας αὐτοῦ κληρονομίας.» @1

(32.) Καὶ δὴ τῶν δεσποτῶν ἐρχομένων καὶ ἱσταμένων εἰς τὸν

εἰωθότα τόπον τῆς αὐτῶν στάσεως, ἤγουν εἰς τὸ

ὡρολόγιον, λέγουσιν οἱ κράκται• «Πολλά, πολλά, πολλά.»

Ὁ λαός• «Πολλὰ ἔτη, εἰς πολλά.» Οἱ κράκται• «Ὁ τῶν

πάντων Ποιητὴς καὶ Δεσπότης.» Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς (5)

ἐκ τρίτου• «Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι». <Οἱ κράκται>• «Ὁ

τεχθεὶς ἐκ Παρθένου ἁγίας.» Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ γʹ.

«Πολλοὶ ὑμῖν χρόνοι.» Οἱ κράκται• «Τοὺς χρόνους ὑμῶν

πληθύνῃ σὺν ταῖς αὐγούσταις καὶ τοῖς πορφυρογεννήτοις.»

Ὁ λαός• «Πολυχρόνιον ποιήσῃ ὁ Θεὸς τὴν ἁγίαν βασιλείαν (10)

σας εἰς πολλὰ ἔτη.»

Ὑποστροφὴ τῶν δεσποτῶν (12t)

ἀπὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας πρὸς τὸ παλάτιον. (13t)

Τῶν δεσποτῶν στεφομένων ὑπὸ τοῦ πατριάρχου ἐν τῷ (14)

εἰωθότι τόπῳ τοῦ Ἁγίου Φρέατος ἔνδον τοῦ βήλου, (15)

λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν, ἦχ. γʹ• «Ἀστὴρ τὸν ἥλιον

προμηνύει» καὶ τὰ ἑξῆς. Καὶ δὴ τῶν δεσποτῶν ἐξιόντων

καὶ ἱσταμένων, λέγουσιν οἱ κράκται• «Καλῶς ἤλθετε, τὸ

πρόβλημα τῆς Τριάδος.» Φθογγεῖ καὶ ὁ λαὸς ἐκ γʹ.

«Καλῶς ἤλθετε». Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται (20)

παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν ταῖς

λοιπαῖς δοχαῖς προείρηται• τὸ δὲ τελευταῖον ἄκτον

λέγουσιν οἱ κράκται• «Προσκυνήσαντες τοῦ τεχθέντος

Χριστοῦ τὴν δόξαν». Καὶ ὁ λαός• «Πολυχρόνιον ποιήσῃ

ὁ Θεὸς τὴν ἁγίαν …» (25)

Δοχὴ δευτέρα, ἔξω τοῦ θόλου τῆς σιδηρᾶς πύλης•

δέχεται ὁ τοῦ μέρους τῶν Πρασίνων δήμαρχος μετὰ

τοῦ δήμου τοῦ Λευκοῦ, καὶ λέγουσιν οἱ κράκται τὴν φωνήν,

ἦχ. γʹ• «Ὁ οὐρανὸς τὸν ἀστέρα πέμπει καθοδηγῶν τοὺς

μάγους ἐν τῇ γεννήσει, ἡ γῆ τὸ σπήλαιον εὐτρεπίζει (30)

ὑποδέξασθαι τὸν τῶν ὅλων ποιητήν• ἀλλ’ αὐτὸς ὁ τὴν @1

(33.) ἡμετέραν προσλαβόμενος σάρκα ἐκ τῆς Παρθένου, τὴν

ὑμῶν θεόστεπτον βασιλείαν φυλάξῃ ἐν τῇ πορφύρᾳ.»

Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται παρὰ τῶν κρακτῶν

καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν τῇ πρώτῃ δοχῇ τῆς ὑπο-

στροφῆς εἴρηται. (5)

Δοχὴ τρίτη, ἔνδοθεν τῆς Χαλκῆς• δέχεται κἀκεῖσε ὁ

δημοκράτης τῶν Βενέτων, ἤγουν ὁ δομέστικος τῶν

σχολῶν, μετὰ καὶ τοῦ περατικοῦ δήμου τῶν Βενέτων, καὶ

λέγουσιν οἱ κράκται τὸν ἀπελατικόν, ἦχ. γʹ• «Τὸν ἐν

Ἐδὲμ παράδεισον ἠνέῳξεν ἐν Βηθλεὲμ ἡ Παρθένος», καὶ (10)

τὰ ἑξῆς. Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται παρά τε τῶν

κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν τῇ πρώτῃ δοχῇ

τῆς ὑποστροφῆς εἴρηται.

Δοχὴ τετάρτη, εἰς τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, ἤγουν

εἰς τὰς Σχολάς• δέχεται κἀκεῖσε ὁ δημοκράτης τῶν (15)

Πρασίνων, ἤγουν ὁ ἐκσκουβίτος μετὰ καὶ τοῦ περατικοῦ

δήμου τῶν Πρασίνων. Καὶ λέγουσιν οἱ κράκται τοῦ

περατικοῦ τὴν φωνήν, ἦχ. γʹ• «Ὁ πάσης κτίσεως

πληρωτὴς καὶ δεσπότης ἀκενώτῳ κενώσει τῇ πρὸς ἡμᾶς

ἐκκενοῦται, ἵνα τὸν ἄνω πληρώσῃ κόσμον ἐκ τοῦ ἡμῶν (20)

κατωτάτου γένους ὁ ζωοδότης αὐτὸς τὸ κέρας ὑμῶν,

δεσπόται, ἀνυψώσῃ ἐν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ, τὰ ἔθνη

πάντα δουλώσῃ τοῦ προσφέρειν, ὡς οἱ μάγοι, τὰ δῶρα τῇ

ὑμῶν βασιλείᾳ». Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται παρά

τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ (25)

δοχῇ εἴρηται.

Δοχὴ πέμπτη, εἰς τὸ Τριβουνάλιον, ἤγουν εἰς τοὺς

Λύχνους• δέχεται ἐκεῖσε ὁ δημοκράτης τῶν Βενέτων,

ἤγουν ὁ δομέστικος τῶν σχολῶν, μετὰ καὶ τοῦ περατικοῦ

δήμου τῶν Βενέτων, καὶ λέγουσιν οἱ κράκται τὸ ἀπελα- (30)

τικόν, ἦχ. γʹ• «Ἀστὴρ προτρέχει καὶ λάμπει ἐν σπη-

λαίῳ» καὶ τὰ ἑξῆς. Τὰ δὲ τῆς εὐφημίας ἄκτα ᾄδονται @1

(34.) παρά τε τῶν κρακτῶν καὶ τοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ ἐν τῇ

πρώτῃ δοχῇ εἴρηται.

Εἰδέναι δὲ δεῖ ὅτι, κατὰ τὸν τύπον καὶ τὴν τάξιν ταύτης

τῆς ἑορτῆς, γίνονται αἱ δοχαὶ καὶ εὐφημίαι τῆς τε ἑορτῆς

τῶν Φώτων καὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Πάσχα καὶ τῆς ἑορτῆς (5)

τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς καὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορ-

φώσεως, καὶ ἀπιόντων ἐν τῇ Ἁγίᾳ Σοφίᾳ τῶν δεσποτῶν

καὶ πάλιν ἀπ’ αὐτῆς ὑποστρεφόντων ἐν τῷ παλατίῳ. @1

ΠΓʹ (ΟΔʹ) (1t)

Τὰ ὑπὸ τῶν καγκελλαρίων τοῦ κοιαίστωρος ἐν (1t)

ταῖς προελεύσεσι τῶν δεσποτῶν ἐν τῇ Μεγάλῃ (2t)

Ἐκκλησίᾳ ῥωμαϊστὶ ᾀδόμενα. (3t)

Τὰ Χριστούγεννα. «Δὲ Μαρίε Βέργηνε νάτους ἐτ Μάγια (4)

δ’ ωριεντε κοὺμ μούνερα ἀδοράντες.»

Ἑρμηνεύεται• «Ἐκ (5)

Μαρίας τῆς παρθένου ἐγεννήθη, καὶ Μάγοι ἐξ ἀνατολῶν

μετὰ δώρων προσκυνοῦσιν.»

Ἀπόκριμα• «Κρίστους, Δέους νόστερ, κουμσέρβετ ἠμπέ-

ριουμ βέστρουμ περ μουλτουσάννος ἐτ βόνος.»

Ἑρμηνεύεται• «Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, φυλάξῃ τὴν βασιλείαν ὑμῶν (10)

ἐπὶ πολλοῖς ἔτεσι καὶ καλοῖς.»

Εἰς τὰ Φῶτα• (sic) «Ἰῶαννες ἐν Ἰορδάνε βαπτΐζατ Δόμη-

νουμ• σεκούνδουμ ἴλλουμ βόκατ δὲ τὲ βόλο.»

Ἑρμηνεύεται•

«Ἰωάννης ἐν Ἰορδάνῃ βαπτίζει τὸν Κύριον, ἀκολούθως

αὐτὸν φωνεῖ• ὑπό σου θέλω βαπτισθῆναι.»

Ἄλλως• (15)

«Ἰωάννης ἐν Ἰορδάνῃ βαπτίζει τὸν Κύριον, ἐκ δευτέρου

αὐτὸν ἐφώνησεν• ὑπό σου θέλω βαπτισθῆναι.»

Ἀπόκριμα• «Κρίστους, Δέους νόστερ, κούμσερβετ

ἠμπέριουμ βέστρουμ περ μουλτοσάννος ἐτ βόνος.

Ἡ Λησμονημένη Ῥωμαιοσύνη μας, Μοναδικὴ Σανίδα Σωτηρίας! (Ἀντὶ Ἐπιλόγου)

Ἀναφερθήκαμε στὴν ῥωμαϊκότητά μας λοιπόν, σὲ αὐτὸ τὸ σύντομο (γιὰ τὰ δεδομένα ἐνὸς τέτοιου διαλόγου) μὰ τολμηρό, ὡς πρὸς τὴν γλώσσα του, ἄρθρο. Τολμηρό, διότι γυρνάει τὴν πλάτη στὴν ὑπάρχουσα ἐθνικιστικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν ταυτότητά μας, τὴν ἰδιοπροσωπία μας. Πόσοι ἄραγε ἀπὸ μᾶς μπήκαμε στὸν κόπο νὰ ἀντιτάξουμε στὶς προκλήσεις τῶν ἡμέρῶν μιὰ ἐναλλακτικὴ παγκοσμιοποίηση, ποὺ νὰ πατάει γερὰ σὲ ἀσάλευτα θεμέλια (γιὰ νὰ κάνουμε καὶ μιὰν ἀναφορὰ στὸν Κόντογλου), στὴν Παράδοσή μας δηλαδή, καὶ ὅχι στὶς βαθυστόχαστες ἀναλύσεις “διανοουμένων πρώτης γραμμὴς΄΄ ποὺ ἀρθρογραφοῦν συχνὰ-πυκνά, προάγοντας τὴν πλάνη τους καὶ τὸν ἐγωισμό τους. Ὁ ἐθνικισμός, ποὺ πολλὲς φορὲς μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ γλωσσικός, στενεύει τοὺς ὁρίζοντες τοῦ ἀνθρώπου, τὸν καθιστὰ μισάνθρωπο στὸ τέλος. Μήπως εἶναι τυχαῖο ἄραγε ὅτι μὴ ῥωμαίοι τῳ γένῃ ἐκῥωμαϊζονταν καὶ ἀνήκαν πλέον στὴν ῥωμαϊκὴ ἐθνοτικὴ ὁμάδα, στὰ χρόνια τῆς ἀκμῆς τῆς ῥωμαιοσύνης, ἐνῶ ἡ σήψη, ἡ διάσπαση καὶ συρρίκνωση ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τῶν πρώτων ἐθνικιστικῶν συμπτωμάτων;

Διάβαζα, τὶς προάλλες, ἄρθρο ἐπιφανοῦς νεο-Ἕλληνα διανοουμένου, ποὺ εἶναι γνωστὸς καὶ ὥς ὁ Ἕλληνας μὲ τὸ ὑψηλότερο IQ. Τίτλος τοῦ ἄρθρου: “Οἱ Ἕλληνες, οἱ Γκρινιάρηδες΄΄. Μελετώντας προσεκτικὰ τὸ κείμενο, θεώρησα πῶς ὁ συγγραφέας πλαγιάζει, καυτηριάζει, σαρκάζει, προσπαθεῖ νὰ περάσει κάποια μηνύματα μὲ ποιητικὴ διάθεση καὶ σχεδὸν ἔμμετρο λόγο [18]: διαβάζοντας ὅμως καὶ τὰ σχόλια τῶν ἀναγνωστῶν, κάτω ἀπὸ τὸ ἄρθρο, ἔνιωσα λύπη, διότι ἄν ὁ συγγραφέας ἤθελε νὰ μεταδώσει κάτι τὸ ὑψηλό, ὅχι μόνον δὲν τὸ πέτυχε, ἀλλὰ ἔβαλε ἕνα λιθαράκι ἀκόμα στὸν ἐθνικό μας μύθο, στὴν ὁριστική, ἀμετάκλητη καὶ ἄνευ ὅρων (γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε καὶ ὅρους Δανειακῆς Σύμβασης!) ἀποχαύνωση τῶν νεο-Ἑλλήνων. Πόσο δύσκολο εἶναι νὰ κατανοήσει κάποιος τὴν καταλυτικὴ δράση τοῦ ἐθνικισμοῦ, ὡς πρὸς τὴν διάσπαση τοῦ λαοῦ μας καὶ τὸν κατακερματισμὸ τῆς κοινωνίας μας, μέχρι καὶ τὴν ὁριστικὴ διάλυσή της;

Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἀναπτύσσεται ῥαγδαία ἡ Παγκοσμιοποίηση ποὺ ἐπιβάλλουν οἱ Τράπεζες, καὶ γειτονικοὶ ἀλλόθρησκοι λαοὶ προτάσσουν Στρατηγικὸ Βάθος ποὺ ἀντλεῖ τὴν δύναμή του ἀπὸ τὶς Παραδόσεις τους, θὰ πρέπει νὰ σκεφτοῦμε σοβαρά: θέλουμε ἁπλὰ νὰ ἐπιβιώσουμε σὰν καταναλωτικὰ ὅντα, σὰν ῥαγιάδες, σὰν εὐτυχισμένα ψάρια στὸ ἐνυδρείο ποὺ δὲν ὑποψιάζονται κὰν τὴν ἀνοιχτὴ θάλασσα, ἤ μήπως εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση ἱστορικῆς ἐπιβίωσης νὰ ἀνα-γεννηθοῦμε, νὰ ἀνα-βαπτιστοῦμε στὴν (κατασυκοφαντημένη) Ῥωμαιοσύνη μας; Ἄς σκεφτοῦμε τί προτάσσει ἔνα τέτοιο ὅραμα, γεωπολιτικὰ καὶ γεωστρατηγικά καὶ μὲ ποιούς λαοὺς μᾶς ἐνώνει. Ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ τὴν Κύπρο, μέχρι καὶ τὸ Βλαδιβοστὸκ ὑπάρχει ἔνα τεράστιο τόξο ὁρθόδοξων λαῶν (γιὰ νὰ κάνουμε καὶ μιὰν ἀναφορὰ στὸν Στέλιο Ῥάμφο, ὁ ὁποῖος λησμονεῖ ὡστόσο νὰ ἀναφέρει ὅτι Ὁρθόδοξοι Ῥοῦμ ὑπάρχουν καὶ στὴν Βόρεια Ἀφρικὴ καὶ στὴν Μέση Ἀνατολή!). Ἡ Ῥωμαιοσύνη ἀποτελεῖ τὸν συνδετικὸ κρίκο μεταξὺ ὅλων τῶν Ῥωμαίων: τῶν ἑλληνοφώνων (ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ἑλλάδας…) καὶ λατινοφώνων (ῥωμάνι/ἀρμάνι, συμπεριλαμβανομένων τῶν ῥωμαίων τοῦ Κράτους τῆς Ῥουμ-ανίας): μᾶς ἀδελφοποιεῖ μὲ τοὺς ἀπανταχοῦ Ὁρθοδόξους Ἀλβανίτες καὶ Ὀρθοδόξους Σλαύους, καθῶς καὶ μὲ τοὺς Ῥωμηοὺς τῆς Ἀνατολῆς, σὲ Συρία, Λίβανο κλπ…

Καὶ ὅμως, ὄχι μόνον μποροῦμε νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν οἰκονομικοκοινωνικοπολιτικὴ κρίση ποὺ μαστίζει τὸν τόπο μας, ἀλλὰ εἶναι στὸ χέρι μας νὰ ἀναγεννηθοῦμε: ἔχουμε τὴν ἱστορικὴ ἐμπειρία στὸ πολιτιστικό μας DNA. Ἀρκεῖ νὰ σπάσουμε τὶς ἀλυσίδες τοῦ ἐθνικισμοῦ ποὺ μᾶς κρατοῦν δεμένους…

Καλὸ Δωδεκαήμερο κι Ευλογημένες Γιορτές: Ῥωμέικες πάνω ἀπ΄ ὅλα! Εὐτυχισμένο καὶ Εἰρηνικὸ νὰ ΄ναι τὸ 2012 γιὰ μᾶς, γιὰ τὴν ἀπανταχοὺ Ῥωμαιοσύνη καὶ γιὰ ὅλην τὴν Οἰκουμένη!

*Κυριάκος Παπαδόπουλος (kxp878  ‘at’  bham.ac.uk), Χριστούγεννα 2011, Birmingham Ἀγγλίας

Πηγές καὶ Σημειώσεις:

[1] Cyriacus Anconitanus Rhet., Ordo mensium anni Constantino Palaeologo, Dedicate, S.P. Lampros, Παλαιολόγεια καὶ Πελοποννησιακά, Δ. Athens: B.N. Gregoriades, 1930: 96-98.

[2] A. Pertusi, Costantino Porfirogenito. De thematibus [Studi e Testi 160. Vatican City: Biblioteca Apostolica Vaticana, 1952]: 59-100.

[3] A.Heisenberg, Georgii Acropolitae opera, vol. 2. Leipzig: Teubner, 1903 (repr. 1978 (1st edn. corr. P. Wirth)): 30-66.

[4] Constantinus VII Porfyrogenitus, De cerimoniis aulae Byzantinae A. Vogt, Le livre des cérémonies, vols. 1-2. Paris: Les Belles Lettres, 1:1935; 2:1939 (repr. 1967): 1:1-179; 2:1-187.

[5] http://elocus.lib.uoc.gr

Ἠλεκτρονικὴ βιβλιοθήκη τοῦ Πανεπιστημίου Κρήτης: ἀναζητήστε τὴν μεταπτυχιακὴ διπλωματικὴ ἐργασία μὲ τίτλο “Το Γένος των Ρωμαίων τον 12ο αιώνα΄΄, τοῦ Χρήστου Μαλατρᾶ (Φιλοσοφικὴ Σχολή, Τμήμα Ἱστορίας-Ἀρχαιολογίας, ἐπιβλέποντες καθηγητές: Δ. Κυρίτσης, Μ. Λουκάκη, Ἀ. Κιουσοπούλου, 2007/08)

[6] Chris Malatras, The Perception of the Roman Heritage in 12th Century Byzantium. Rosetta Journal Issue #07 Supplementary Edition: Proceedings of the IAA Colloquium 2009.

[7] H. Diels and W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, vol. 2, 6th edn. Berlin: Weidmann, 1952 (repr. 1966): 81-129.

[8] Τὸ θέμα τοῦ ἄρθρου δὲν μοῦ ἐπιτρέπει τὴν ἐπέκταση σὲ μιὰ τέτοια συζήτηση. Θὰ παραθέσω ἀπλὰ τὴν ἄποψή μου ὅτι ἔνας πραγματικὸς φιλόσοφος εἶναι πρώτα ἀπ΄ ὅλα ἐπιτυχημένος ἐρευνητὴς στὰ θεωρητικὰ μαθηματικά καὶ, συγκεκριμένα, στὸν τομέα τῆς Λογικῆς. Ἥδη ἔχω κάνει κάποιες νύξεις, ἐπὶ τοῦ θέματος, στὸ ἄρθρο μου “Ποιοί φοβοῦνται τὰ Μαθηματικὰ΄΄ (9/9/2011, Ἀντίφωνο), ὅμως τὸ θέμα δὲν εἶναι τόσο ἀπλὸ γιὰ νὰ ἀναλυθεῖ ἐπαρκῶς σὲ ἔνα καὶ μόνο κείμενο.

[9] “Γκρέκο΄΄, γιὰ τὴν Φραγκιά, ποὺ ὁνόμασε ἤδη ἀπὸ τὸν 8ο αἰώνα Γραικούς, αἰρετικοὺς καὶ παγανιστὲς δηλαδή, τοὺς Ῥωμαίους τῆς ‘Ρωμανίας, ὅταν ὁ Καρλομάγνος ἐγκαθίδρυσε τὴν ψευδεπίγραφη “Ἁγία Ῥωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία΄΄, στὴν φραγκο-κατακτημένη Δύση. Τὸ ἔργο Contra Errores Graecorum, τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀκινάτου, δὲν ἐκφράζει παρὰ τὴν αἰώνια σύγκρουση τῶν δύο πολιτισμῶν: τῆς Ῥωμαϊκῆς Παγκοσμιότητας καὶ τοῦ Φραγκικοῦ Φεουδαλισμοῦ. Ἕνα ἔργο πρωτότυπο καὶ πολύτιμο εἶναι τὸ σύγγραμμα τοῦ καθηγητοῦ π. Ἱωάννου Ῥωμανίδη “Φράγκοι, Φεουδαλισμὸς καὶ Δόγμα : ἀλληλεπίδραση Θεολογίας καὶ Κοινωνίας΄΄ (τίτλος πρωτοτύπου στὴν ἀγγλική: Franks, Feudalism and Doctrine: an Interplay between Theology and Society). Ὁ π. Ἱ Ῥωμανίδης κάνει μιὰ βαθειὰ θεολογικὴ τομή, ἀποκαλύπτοντας ὅλες τὶς παραμέτρους τῆς Αὐγουστίνειας Θεολογίας, τὴν ὁποῖα ὁ Καρλομάγνος μετέτρεψε σὲ κρατικὴ ἱδεολογία. Βαρυσήμαντη ἡ θεολογικὴ ἐρμηνεία τοῦ π. Ἱωάννη γιὰ τὸ Filioque, στὸ ἴδιο σύγγραμα.

[10] Θὰ μποροῦσα νὰ μεταφράσω τὸ κείμενο, ὅμως θεωρῶ ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ τὸ ἐκθέσω στὴν γλώσσα ποὺ τὸ συνέγραψε καὶ μοῦ τὸ ἀπέστειλε ὁ συγγραφέας του, πρὸς ἀποφυγὴ τῆς παραμικρῆς παρερμηνείας.

[11] Ἡ συγκεκριμένη ῥήση βρίσκεται (καὶ σὲ) ἠχητικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ ὁμιλία τοῦ φιλοσόφου στὸν Τριπόταμο (χωρὶς ἀναφορὰ σὲ ἡμερομηνία), ποὺ μπορεῖ κανεῖς νὰ βρεῖ στὸ youtube. Πάντως συμφωνοῦμε μὲ τὸν Κορνήλιο Καστοριάδη στὸ συμπέρασμα ὅτι ὅταν θωρεῖ κανεὶς μὲ τὰ δύο μάτια, τὸ ἔνα τῆς ἀρχαιότητος καὶ τὸ ἄλλο τοῦ “βυζαντίου΄΄ (τῆς Ῥωμηοσύνης θὰ λέγαμε ἐμεῖς), καταλήγει στὸ νὰ “ἀλληθωρίζει΄΄. Τὴν Ἀρχαιότητα τὴν γνωρίζουμε φιλτραρισμένη ἀπὸ τὴν περίοδο τοῦ Ῥομαντισμοῦ, ὅμως μὲ τὴν Ῥωμαιοσύνη μᾶς συνδέουν καὶ δεσμοὶ αἴματος.

[12] Μέσα σὲ αὐτοὺς τοὺς ἐλαχίστους, θὰ διακρίνω τὸν καθηγητὴ Χρῆστο Γιανναρᾶ, τὸν Θεόδωρο Ζιάκα καὶ τὸν καθηγητὴ π. Γεώργιο Μεταλληνό, οἱ οποίοι πάντοτε προσπαθοῦν νὰ στοιχειοθετοῦν τὸν λόγο τους. Αὐτὸ ποὺ θὰ ἤθελε νὰ δεῖ ἔνας νέος, καὶ ἀνένταχτος στὸ σύστημα ἄνθρωπος, ἀπὸ διανοουμένους αὐτῆς τῆς κλάσης, εἶναι μιὰ γλωσσικὴ ὑπέρβαση. Ἀκόμα καὶ σὲ αὐτοὺς τοὺς φωτισμένους ἀνθρώπους διακρίνει κανεὶς ἔναν φόβο νὰ ποῦνε κάποια πράγματα μὲ τὸ ὄνομά τους, ἴσως διότι θὰ ἐκτεθοῦν καὶ θὰ καρικατουροποιηθοῦν. Ἡ ἀκαδημαϊκὸς Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελὲρ ἀφιερώνει πολλὲς παραγράφους, στὸ ἔργος της “Γιατί τὸ Βυζάντιο΄΄, ἀναλύοντας τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν κάποιοι παγκόσμιοι συσχετισμοὶ νὰ λέμε τὰ πράγματα μὲ τ’ ὄνομά τους, νὰ ἀναφερόμαστε στὴν ῥωμαϊκή μας καταγωγὴ δηλαδή, κι ὄχι στὴν ψευδεπίγραφη “βυζαντινή΄΄, ποὺ ἐφηῦρε πρῶτος ὁ Ἱερώνυμος Βόλφ. Γνώμη μας εἶναι ὅτι μόνο διὰ τῆς ὑπερβάσεως μπορεῖ κανεῖς νὰ ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας. Θαρρῶ πὼς καὶ ὁ πλέον ἀδιάφορος μέχρι χθές, μὲ τὰ πολιτικά, εἶναι πεπεισμένος πιὰ γιὰ τὴν ἄτυπη δουλεία στὴν ὁποῖα ἔχει περιέλθει ὁλόκληρος ὁ λαός μας. Μέχρι χθὲς τουλάχιστον ὑπήρχαν κάποια προσχήματα…πάντως μὲ χαρὰ ἄκουσα τὸν κ. Γιανναρᾶ νὰ ἀγανακτεῖ, σὲ ζωντανὴ ἐκπομπὴ ποὺ φιλοξενοῦσε Ῥῶσο Ἠγούμενο καὶ παραγωγὸ ντοκυμανταὶρ γιὰ τὴν “βυζαντινὴ΄΄ Αὐτοκρατορία, καὶ νὰ λέει μὲ ἔντονο τρόπο “ἄν δὲν ἀναφερόμαστε σὲ Βυζάντιο, δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ συνενοηθοῦμε!΄΄.

[13] Πρόσφατα (24/11/2011) δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸ Ἀντίφωνο συνέντευξη τῆς ἀκαδημαϊκοῦ Ἑλένης Γλύκατζη-Ἀρβελέρ. Μοῦ προξένησαν ἐντύπωση τὰ λόγια της “γίναμε ξαφνικὰ ἀπόγονοι τοῦ Περικλῆ΄΄, τονίζοντας ὅτι ἡ κλασσικὴ Παιδεία ἀποτελεῖ παγκόσμια κληρονομιά, ὅχι μόνο νεο-ἑλληνική. Σὲ ἄλλες της ἐμφανίσεις τόνιζε “ἔχουμε τὸ θράσσος νὰ μὴν θέλουμε νὰ λεγόμαστε πιὰ Ῥωμαίοι-Ῥωμηοί, νὰ εἴμαστε δηλαδὴ ἀπόγονοι τῆς μακροβιότερης αὐτοκρατορίας ποὺ πέρασε ποτέ, καὶ κοινωνοὶ ἐνὸς μεγάλου πολιτισμοῦ΄΄.

[14] Ὁ μεγάλος Ῥουμάνος συγγραφέας καὶ ὑμνητὴς τῆς Ῥωμαιοσύνης, μακαριστὸς π. Virghil Gheorghiu, γράφει στὸ βιβλίο του “Ἕνα ὄνομα γιὰ τὴν Αἰωνιότητα΄΄, ὅτι ἀπὸ μικρὸς εἶχε ἕναν μεγάλο καημό: δὲν ὑπήρχε Ἅγιος ποὺ νὰ φέρει τὸ ὄνομά του. Γι’ αὐτό, τοῦ καρφώθηκε στὸ παιδικό του μυαλὸ νὰ γίνει ὁ ἴδιος Ἅγιος, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν μένουν χωρὶς ὁνομαστικὴ ἐορτὴ οἱ ἀπανταχοῦ Βιργίλιοι! Στὸ ἴδιο ἔργο, ὁ συγγραφέας τονίζει τὴν ῥωμαϊκὴ καταγωγὴ τῶν Ῥουμάνων (Romani), τῶν “Ῥωμαίων ποὺ ζοῦν στὶς ἀνατολικὲς πλαγιὲς τῶν Καρπαθίων΄΄.

[15] Μοῦ προξενεῖ ἰδιαίτερη ἐντύπωση ἡ δίψα ποὺ ἔχουν οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἀνατολής γιὰ τὴν Ῥωμαιοσύνη. Ἡ γνωριμία μου μὲ ἕναν μοναχὸ στὴν Ἀγγλία, τὸν π. Elia Khalife ἀπὸ τὸν Λίβανο, ὁ ὁποῖος ἐργάστηκε ἐπὶ χρόνια σὰν ἐρευνητὴς στὴν Ὀξφόρδη διασώζοντας παλαιὰ χριστιανικὰ κείμενα ποὺ γραφτήκαν στὴν συριακὴ καὶ στὴν ἀραβική, μοῦ ἔδωσε μιὰ γεύση τῆς ῥωμαϊκῆς παγκοσμιότητας, ποὺ προσπαθῶ ἄτεχνα νὰ περιγράψω σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο. Χαρακτηριστικά, ὁ π. Ἡλίας πάντα μοῦ τονίζει ὅτι γιὰ τοὺς Ῥοῦμ Ὀρτοντόξ, τοὺς Ῥωμαίους Χριστιανοὺς τῆς Ἀνατολής δηλαδή, τὸ νὰ εἶσαι Ῥωμαῖος εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ἰδιότητα τοῦ νὰ ἀνήκεις σὲ μιὰ ἐθνοτικὴ ὁμάδα, μὲ τὶς ὅποιες μεταλλάξεις μπορεῖ νὰ ὑποστεῖ μιὰ ἐθνοτικὴ ὁμάδα στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Τὸ νὰ εἶσαι Ῥωμαῖος σχετίζεται μὲ τὴν Πίστη σου καὶ τὴν Κοινωνία μὲ τὸ ἴδιο τὸ Πρόσωπο τοῦ Ἱησοῦ Χριστοῦ, τοὺς Ἀποστόλους του, τοὺς Μάρτυρες, τοὺς Ἁγίους του καὶ τὶς Ἅγιες Οἰκουμενικὲς Συνόδους.  http://www.antiochcentre.net/

[16] Marios Philippides, “Makarios Melissenos-Melissourgos΄΄, November 2008, Historians of the Ottoman Empire, C. Kafadar, H. Karateke, C. Fleischer.

[17] Marios Philippides, “The Fall of Constantinople, Bishop Leonard and the Greek Accounts΄΄, Greek, Roman and Byzantine Studies 22 (1981), 287-300.

[18] Μετὰ ἀπὸ προσεκτικὴ μελέτη τοῦ κειμένου, διέκρινα μιὰ πλαγίαση: ἔχει ποιητικὴ διάσταση ὁ λόγος, κατὰ τὴν ἄποψή μου, καὶ δὲν ἀποτελεῖ στόχος τοῦ συγγραφέα ὁ ἐφησυχασμός. Ἡ δική μου ἐρμηνεία εἶναι ὅτι μέσω τῆς πλαγίασης καὶ τῆς παρουσίασης ἑνὸς εἰδυλλιακοῦ (καὶ μὴ ὑπαρκτοῦ ἱστορικὰ) μοντέλου κοινωνίας, αὐτὴν ποὺ ὁ συγγραφέας βαπτίζει ἀενάως ἑλληνική καὶ ἡλιοφώτιστη, ὁ Ν.Λ. θέλει νὰ ἀναδείξει τὴν χρησιμότητα τῆς γόνιμης γκρίνιας. Δὲν περιγράφεται τὸ ὑπαρκτό, ἀλλἀ παρουσιάζεται τὸ ἰδεατό. Ὁ ἀρθρογράφος ἔχει συμπεράνει (πάντα κατὰ τὴν δική μου ἐρμηνεία)  ὅτι τὸ ὅριο τῆς δημιουργικῆς γκρίνιας, ὅταν αὐτὴ τείνει στὸ ἄπειρο, ἰσοῦται μὲ τὴν δημιουργία. Πόσο ἐπικίνδυνο εἶναι, ἀπὸ τὴν ἄλλη, νὰ μὴν ἐντοπίσει ὁ ἀνυποψίαστος ἀναγνώστης τὴν πλαγίαση, καὶ νὰ ἐνισχυθεῖ ὁ ναρκισσισμός του!

[19] S.H. Butcher, Demosthenis orationes, vol. 1. Oxford: Clarendon Press, 1903 (repr. 1966): [110-130].

[20] Ὁ φίλος δικηγόρος Ἀπόλλων Κωστόπουλος-Μπαζάντε, συνέγραψε ἕνα τολμηρὸ ἄρθρο μὲ τίτλο “Ὁμοσπονδιακὴ Δομὴ γιὰ τὴν Ἑλλάδα΄΄ (Ἀντίφωνο, 31/5/2011). Προτείνω ἀνεπιφύλακτα τὴν μελέτη του, διότι θεωρῶ ὅτι ἀποτελεῖ μιὰ ῥιζοσπαστικῆ πρόταση ἐπίλυσης καίριων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ καταστρέψουν ὁλοκληρωτικὰ τὰ ψήγματα κοινοτισμοῦ ποὺ ἔχουν ἀπομείνει στὸν τόπο μας.

[21] Γνωστή μου ἀρχαιολόγος, ὑποψήφια διδάκτωρ στὸν πανεπιστήμιο τοῦ Μπέρμινχαμ Ἀγγλίας, ἡ ὁποῖα ἐξειδικεύεται στὴν μελέτη τῶν πηγῶν τῆς πρωτοχριστιανικῆς περιόδου, μοῦ περιέγραφε τὸ πολιτισμικὸ ἔγκλημα τῶν ἀρχαιολόγων τοῦ 19ου αἴώνα, οἱ ὁποίοι κατέστρεψαν πολὺ σημαντικὰ πρωτοχριστιανικὰ ῥωμαϊκὰ κτίσματα, προκειμένου νὰ ἀναδειχθεῖ ἡ Ἀθήνα τῆς κλασσικῆς περιόδου! Ἀλλὰ ἄς μὴν πάμε τόσο μακριὰ στὸν χρόνο: στὴν Ἄνω Πόλη τῆς Πάτρας συντελεῖται ἔνα ἀκόμη ἀπίστευτο ἔγκλημα: προκειμένου νὰ χτιστοὺν πολυκατοικίες, μετὰ τὴν κατεδάφιση παλιῶν πλίνθινων οἱκημάτων, φωτογραφίζονται τὰ ῥωμαϊκὰ κτίσματα ποὺ ἀποκαλύπτονται, καὶ (πολλὲς φορὲς σκανδαλωδῶς σύντομα) τὸ οἰκόπεδο παραδίδεται στὸν ἐργολάβο καὶ στοὺς ἐκσκαφείς! Δεῖτε τὶς διακρίσεις καὶ τὶς προτεραιότητες ποὺ δίνονται σὲ ἀρχαιολογικὰ εὐρήματα: σὰν νὰ μὴν ἐνδιαφέρει ἡ καταστροφὴ τῆς ἀρχαίας καὶ μεσαιωνικῆς ῥωμαϊκής μας κληρονομιάς! Στὴν περιοχὴ τῶν Ἀβδήρων, κοντὰ στὴν γενέτειρά μου, ἀποκεκαλυμένο τμήμα τῆς ἀρχαίας πόλης τῶν Ἀβδήρων ἔχει περιφραχθεῖ. Σὲ αὐτὰ τὰ ἐρείπια παρατηρεῖ κανεῖς τὴν διαδοχὴ τῶν πολιτισμῶν, ἀνὰ μέσω τῶν αἴώνων: τοῦ ἑλληνικοῦ, τοῦ ἑλληνιστικοῦ, τοῦ ῥωμαϊκοῦ. Τὸ μεσαιωνικὸ “βυζαντινὸ΄΄ Πολύστηλον ὡστόσο ἔχει ἄλλη μοίρα: τὰ τείχη ποὺ τοῦ ἔχουν ἀπομείνει καταρρέουν, μὲ τὴν βοήθεια καὶ τοῦ κόσμου ποὺ κάνει κάθε τόσο τὰ πικ-νικ του, χρησιμοποιώντας τὶς πέτρες γιὰ τὶς αὐτοσχέδιες ψησταριές τους. Οἱ τάφοι τῶν Ῥωμηῶν προγόνων μας ἀφημένοι στὴν λήθη, ἐγκατελειμμένοι, μέσα στὰ σκουπίδια…ὁ Μητροπολίτης Ξάνθης καὶ Περιθεωρίου, λαμπρὴ ἐξαίρεση τοῦ κανόνα, τοῦς θυμᾶται, καὶ τελεῖ  Τρισάγια στὴν Μνήμη τους, στὰ ἐρείπια τῆς μεσαιωνικῆς Ἐπισκοπῆς.

[22] Μήπως εὐθύνεται γι’ ἀυτὸ ἡ ἀπόσχιση τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως; Ἄς σημειώσουμε ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία ὑπήρξε βαυαρικὴ ἐπινόηση. Δὲν εἶμαι προσωπικὰ σὲ θέση νὰ ἀπαντήσω σὲ αὐτὸ τὸ δύσκολο ἐρώτημα, παρὰ μόνο νὰ μοιραστῶ μιὰ σχετικὰ πρόσφατη ἐμπειρία μου. Ὅταν ἤμουν πρόεδρος τῆς Orthodox Christian Society, τοῦ πανεπιστημίου τοῦ Μπέρμινχαμ στῆν Ἀγγλία, εἴχαμε τὴν τιμὴ νὰ προσκαλέσουμε τὸν μεγάλο θεολόγο, καὶ καθηγητὴ στὴν Ὀξφόρδη, μητροπολίτη Κάλλιστο (Ware), ὅπου (μεταξὺ ἄλλων), μάθαμε ὅτι ἄν κάποιος ῥωτήσει σήμερα ἔναν Τοῦρκο πολίτη, στὴν γλώσσα του, “Ποῦ βρίσκεται τὸ Πατριαρχεῖο τῶν Ῥωμαίων΄΄, θὰ λάβει ὁδηγίες γιὰ τὸ πῶς θὰ βρεῖ τὸ κτίριο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχεῖου στὸ Φανάρι. Ἄν ὅμως ἔκανε αὐτὴ τὴν ἐρώτηση σὲ νεο-Ἕλληνα, ποὺ βρισκόταν σὲ ἐπίσκεψη στὴν Πόλη, θὰ νόμιζε (στὴν καλύτερη τῶν περιπτώσεων) ὅτι ἡ ἐρώτηση ἀφορὰ κάποιο γραφεῖο τοῦ Βατικανοῦ ἤ κάποια Καθολικὴ ἐκκλησία. Ἐδῶ θὰ προλάβω τοῦς εὐερέθιστους “πατριῶτες΄΄, ποὺ θὰ μοῦ καταλογήσουν φιλοτουρκισμὸ καὶ συμπάθεια πρὸς τὸν νεο-ὀθωμανισμὸ (κατηγορίες ποὺ κάποιοι διανοούμενοι τοῦ εὐρύτερου “πατριωτικοῦ χώρου΄΄ καταλόγισαν ἄδικα στὸν Χρήστο Γιανναρᾶ). Φυσικὰ καὶ ἔχω πολλοῦς Τούρκους φίλους, οἱ οποίοι εἶναι καταπληκτικοὶ ἄνθρωποι, μορφωμένοι καὶ κοσμοπολίτες, ὅμως σὲ καμία περίπτωση δὲν θὰ διανοούμουν νὰ θεωρήσω τὴν Τουρκοκρατία ὡς προτιμότερο κακὸ ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ ἑλλαδικοῦ προτεκτοράτου. Ἄν γράφουμε αὐτὴ τὴν στιγμή, γράφουμε ὤς νέοι, ποῦ πονοῦμε γιὰ τὴν κατάντια τῆς Ῥωμηοσύνης, διψώντας γιὰ ὁτιδήποτε γνήσια ῥωμέικο. Πρότασή μας εἶναι ἡ ἀπελευθέρωσή μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ κρατικοῦ ἐθνικισμοῦ καὶ ὅχι ἡ ἀποδόμηση τοῦ Κράτους: μόνον τότε, κατὰ τὴν γνώμη μας, τὸ Κράτος μας θὰ γινόταν ἰσχυρό καὶ ὁ λαός θὰ ὕψωνε ἀνάστημα στοὺς προτέκτορές του. Ἡ πρότασή μας εἶναι ξεκάθαρη, καὶ συνοψίζεται στὸ ἐπιλογικὸ σχόλιο τοῦ κυρίως κειμένου.

[23] Θὰ κάνουμε μνεία στὸν Στῆβεν Ράνσιμαν, ὁ ὁποίος ἄν καὶ ἀνήκε στὴν Ἀγγλοσαξονικὴ Σχολὴ (μιὰ Σχολὴ ποὺ εὐθύνεται σὲ μεγάλο βαθμὸ γιὰ τὴν ἀποδόμηση τῆς Ῥωμαιοσύνης στὸν σύγχρονο κόσμο, καὶ στὸν κατακερματισμὸ τῆς Ἱστορίας της) στὴν τελευταία του συνέντευξη (Πεμπτουσία, 4ο τεύχος), ἀνέφερε ὅτι προσωπικὰ πιστεύει ὅτι ὑπάρχουν “βυζαντινὰ΄΄ ψηφιδωτά, τὰ ὁποία ξεπερνοῦν σὲ κάλλος ὅλα τὰ ἀρχαία ἀγάλματα τῆς Κλασσικῆς Ἐποχής.

ΠΗΓΗ: http://www.antifono.gr

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s